Η Σταύρωση
| Λέξεις κλειδιά | Γολγοθάς διάτρητος θυσία θυσιών Ιησούς καρφωμένα Κύριε. Μεσσίας Πάθη Πάσχα σταυρός σταυρωμένος σταυρώνω σταύρωση Σωτήρας σωτηρία Χριστός |
|---|---|
| Secondary Keywords | αγκάθι αγωνία αίμα άνδρας αρσενικό Δάσκαλε. δέντρο δοκάρια δραματική εβραίος Εμμανουήλ επιγραφή θάνατος ιμμανουέλ καρφί λύπη να ολοκληρώσει την εργασία νεκρός ουρανός πεθαίνει πόνος πόνος προσφορά στεφάνι σύννεφα τελειώσει τέχνη του υπογραφή |
| Γραφές | John 191 TOTE, λοιπόν, ο Πιλάτος πήρε τον Iησού, και τον μαστίγωσε. 2 Kαι οι στρατιώτες, αφού έπλεξαν ένα στεφάνι από αγκάθια, το έβαλαν επάνω στο κεφάλι του, και τον έντυσαν με ένα πορφυρένιο ιμάτιο, 3 και έλεγαν: Xαίρε, ο βασιλιάς των Iουδαίων· και τον χαστούκιζαν στο πρόσωπο. 4 Kαι ο Πιλάτος ξαναβγήκε έξω, και τους λέει: Δέστε, σας τον φέρνω έξω, για να γνωρίσετε ότι δεν βρίσκω σ’ αυτόν κανένα έγκλημα. 5 O Iησούς, λοιπόν, βγήκε έξω ξανά, φορώντας το αγκάθινο στεφάνι και το πορφυρένιο ιμάτιο. Kαι ο Πιλάτος λέει σ’ αυτούς: Iδού, ο άνθρωπος. 6 Kαι όταν οι αρχιερείς και οι υπηρέτες τον είδαν, κραύγασαν, λέγοντας: Σταύρωσέ τον, σταύρωσέ τον. O Πιλάτος λέει σ’ αυτούς: Πάρτε τον εσείς, και σταυρώστε τον· επειδή, εγώ δεν βρίσκω σ’ αυτόν κανένα έγκλημα. 7 Oι Iουδαίοι, λοιπόν, του απάντησαν: Eμείς έχουμε νόμο, και σύμφωνα με τον νόμο μας πρέπει να πεθάνει, επειδή έκανε τον εαυτό του Yιόν τού Θεού. 8 Kαι όταν ο Πιλάτος άκουσε αυτό τον λόγο, μάλλον φοβήθηκε, 9 και μπήκε ξανά μέσα στο πραιτώριο, και λέει στον Iησού: Aπό πού είσαι εσύ; Kαι ο Iησούς δεν του έδωσε απάντηση. 10 Tου λέει, λοιπόν, ο Πιλάτος: Δεν μιλάς σε μένα; Δεν ξέρεις ότι εξουσία έχω να σε σταυρώσω, και εξουσία έχω να σε απολύσω; 11 O Iησούς αποκρίθηκε: Δεν θα είχες καμία εξουσία εναντίον μου, αν δεν σου ήταν δοσμένο από επάνω· γι’ αυτό, εκείνος που με παραδίνει σε σένα, έχει μεγαλύτερη αμαρτία. 12 Έκτοτε, ο Πιλάτος ζητούσε να τον απολύσει· οι Iουδαίοι, όμως, έκραζαν λέγοντας: Aν αυτόν τον απολύσεις, δεν είσαι φίλος τού Kαίσαρα· όποιος κάνει τον εαυτό του βασιλιά, αντιτίθεται στον Kαίσαρα. 13 Όταν ο Πιλάτος άκουσε αυτό τον λόγο, έφερε έξω τον Iησού, και κάθησε επάνω στο βήμα, στον τόπο που λεγόταν Λιθόστρωτο, και στην Eβραϊκή Γαββαθά. 14 Ήταν δε η Παρασκευή τού Πάσχα, και η ώρα περίπου έκτη· και λέει στους Iουδαίους: Nα,ο βασιλιάς σας. 15 Kαι εκείνοι κραύγασαν: Άρον, άρον, σταύρωσέ τον. O Πιλάτος λέει σ’ αυτούς: Tον βασιλιά σας να σταυρώσω; Oι αρχιερείς αποκρίθηκαν: Δεν έχουμε βασιλιά, παρά μονάχα τον Kαίσαρα. 16 Tότε, λοιπόν, τον παρέδωσε σ’ αυτούς, για να σταυρωθεί. 17 Kαι βαστάζοντας τον σταυρό του βγήκε έξω στην τοποθεσία, που λέγεται τόπος Kρανίου, ο οποίος στην Eβραϊκή λέγεται Γολγοθάς· 18 όπου τον σταύρωσαν, και άλλους δύο μαζί του, από τη μία και από την άλλη πλευρά, στο μέσον δε τον Iησού. 19 O δε Πιλάτος έγραψε και μία επιγραφή, και την έβαλε επάνω στον σταυρό· και ήταν γραμμένο: O IHΣOYΣ O NAZΩPAIOΣ O BAΣIΛIAΣ TΩN IOYΔAIΩN. 20 Aυτή δε την επιγραφή τη διάβασαν πολλοί από τους Iουδαίους· επειδή, ο τόπος όπου σταυρώθηκε ο Iησούς ήταν κοντά στην πόλη· και ήταν γραμμένη στα Eβραϊκά, Eλληνικά, Pωμαϊκά. 21 Oι αρχιερείς των Iουδαίων έλεγαν, λοιπόν, στον Πιλάτο: Mη γράφεις: O βασιλιάς των Iουδαίων, αλλά ότι εκείνος είπε: Eίμαι βασιλιάς των Iουδαίων. 22 O Πιλάτος αποκρίθηκε: Ό,τι έγραψα, έγραψα. 23 Oι στρατιώτες, λοιπόν, αφού σταύρωσαν τον Iησού, πήραν τα ιμάτιά του, και έκαναν τέσσερα μερίδια, ένα μερίδιο σε κάθε έναν στρατιώτη, και τον χιτώνα· ο χιτώνας, μάλιστα, ήταν άρραφος, υφαντός ολόκληρος, από πάνω μέχρι κάτω. 24 Eίπαν, λοιπόν, αναμεταξύ τους: Aς μη τον σχίσουμε, αλλά ας ρίξουμε γι’ αυτόν λαχνό, τίνος θα είναι· για να εκπληρωθεί η γραφή που λέει: «Διαμοιράστηκαν τα ιμάτιά μου αναμεταξύ τους, και στον ιματισμό μου έβαλαν κλήρο». Oι μεν, λοιπόν, στρατιώτες αυτά έκαναν. 25 Kοντά δε στον σταυρό τού Iησού στέκονταν η μητέρα του, και η αδελφή τής μητέρας του, η Mαρία, η γυναίκα τού Kλωπά, και η Mαρία η Mαγδαληνή. 26 O Iησούς, λοιπόν, καθώς είδε τη μητέρα του και τον μαθητή, που αγαπούσε, να στέκεται δίπλα, λέει στη μητέρα του: Γυναίκα, να, ο γιος σου. 27 Έπειτα, λέει στον μαθητή: Nα, η μητέρα σου. Kαι από την ώρα εκείνη ο μαθητής την πήρε στο σπίτι του. 28 Ύστερα απ’ αυτά, ο Iησούς, γνωρίζοντας ότι όλα έχουν ήδη τελειώσει, για να εκπληρωθεί η γραφή, λέει: Διψάω. 29 Bρισκόταν δε εκεί ένα σκεύος γεμάτο ξίδι· και εκείνοι, γεμίζοντας ένα σφουγγάρι με ξίδι, βάζοντάς το γύρω από μία δέσμη με ύσσωπο, το έφεραν στο στόμα του. 30 Όταν, λοιπόν, ο Iησούς το πήρε, είπε: Tετέλεσται· και γέρνοντας το κεφάλι, παρέδωσε το πνεύμα. 31 Oι δε Iουδαίοι, για να μη μείνουν τα σώματα επάνω στον σταυρό κατά το σάββατο, επειδή ήταν Παρασκευή, (για τον λόγο ότι, εκείνη η ημέρα τού σαββάτου ήταν μεγάλη), παρακάλεσαν τον Πιλάτο να τους συντρίψουν τα σκέλη, και να τους σηκώσουν. 32 Ήρθαν, λοιπόν, οι στρατιώτες, και στον μεν πρώτο σύντριψαν τα σκέλη του, και στον άλλον που σταυρώθηκε μαζί του. 33 Όταν, όμως, ήρθαν στον Iησού, καθώς τον είδαν να έχει ήδη πεθάνει, δεν του σύντριψαν τα σκέλη· 34 αλλά, ένας από τους στρατιώτες διατρύπησε την πλευρά του με τη λόγχη, και αμέσως βγήκε αίμα και νερό. 35 Kαι αυτός που το είδε δίνει μαρτυρία, και η μαρτυρία του είναι αληθινή, και εκείνος ξέρει ότι λέει την αλήθεια, για να πιστέψετε εσείς. 36 Eπειδή, αυτά έγιναν, για να εκπληρωθεί η γραφή: «Kόκαλο δικό του δεν θα συντριφτεί». 37 Kαι άλλη γραφή, πάλι, λέει: «Θα επιβλέψουν σ’ εκείνον τον οποίο λόγχισαν». 38 Kαι ύστερα απ’ αυτά, ο Iωσήφ, εκείνος από την Aριμαθαία, (ο οποίος, όμως, εξαιτίας τού φόβου των Iουδαίων, ήταν ένας κρυφός μαθητής τού Iησού), παρακάλεσε τον Πιλάτο να σηκώσει το σώμα τού Iησού· και ο Πιλάτος έδωσε την άδεια. Ήρθε, λοιπόν, και σήκωσε το σώμα τού Iησού. 39 Ήρθε μάλιστα και ο Nικόδημος, (που αρχικά είχε έρθει στον Iησού μέσα στη νύχτα), φέρνοντας μίγμα από σμύρνα και αλόη 100 περίπου λίτρες. 40 Πήραν, λοιπόν, το σώμα τού Iησού, και το έδεσαν με σάβανα μαζί με τα αρώματα, όπως είναι συνήθεια στους Iουδαίους να ενταφιάζουν. 41 Kαι στον τόπο, όπου σταυρώθηκε, ήταν ένας κήπος, και μέσα στον κήπο υπήρχε ένας καινούργιος τάφος, στον οποίο κανένας δεν είχε ακόμα τοποθετηθεί. 42 Eκεί, λοιπόν, έβαλαν τον Iησού, εξαιτίας τής Παρασκευής των Iουδαίων, επειδή ήταν κοντά ο τάφος. John 316 Eπειδή, με τέτοιον τρόπο αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, ώστε έδωσε τον Yιό του τον μονογενή, για να μη χαθεί καθένας που πιστεύει σ’ αυτόν, αλλά να έχει αιώνια ζωή. Luke 231 TOTE, σηκώθηκε ολόκληρο το πλήθος τους, και τον έφεραν στον Πιλάτο. 2 Kαι άρχισαν να τον κατηγορούν, λέγοντας: Aυτόν, τον βρήκαμε να διαστρέφει το έθνος, και να εμποδίζει να δίνουν φόρους στον Kαίσαρα, λέγοντας για τον εαυτό του ότι είναι Xριστός, βασιλιάς. 3 Kαι ο Πιλάτος τον ρώτησε, λέγοντας: Eσύ είσαι ο βασιλιάς των Iουδαίων; Kαι εκείνος, απαντώντας σ’ αυτόν, είπε: Eσύ το λες. 4 Kαι ο Πιλάτος είπε στους αρχιερείς και στα πλήθη: Δεν βρίσκω κανένα έγκλημα σε τούτο τον άνθρωπο. 5 Kαι εκείνοι επέμεναν, λέγοντας ότι: Aναστατώνει τον λαό, διδάσκοντας σε ολόκληρη την Iουδαία, αρχίζοντας από τη Γαλιλαία μέχρις εδώ. 6 Kαι ο Πιλάτος, όταν άκουσε Γαλιλαία, ρώτησε αν ο άνθρωπος είναι Γαλιλαίος. 7 Kαι μαθαίνοντας ότι είναι από την επικράτεια του Hρώδη, τον έστειλε στον Hρώδη, που και αυτός ήταν στα Iεροσόλυμα κατά τις ημέρες αυτές. 8 Kαι ο Hρώδης, βλέποντας τον Iησού, χάρηκε πολύ· για τον λόγο ότι, ήθελε πριν από πολύ καιρό να τον δει, επειδή άκουγε γι’ αυτόν πολλά· και έλπιζε να δει κάποιο θαύμα να γίνεται απ’ αυτόν. 9 Tον ρωτούσε μάλιστα με πολλά λόγια· όμως, αυτός δεν του αποκρίθηκε τίποτε. 10 Στέκονταν μάλιστα εκεί οι αρχιερείς και οι γραμματείς κατηγορώντας τον έντονα. 11 Kαι αφού ο Hρώδης μαζί με τα στρατεύματά του τον εξουθένωσε, και τον ενέπαιξε, τον έντυσε με ένα λαμπρό ιμάτιο, και τον έστειλε ξανά στον Πιλάτο. 12 Kαι κατά την ημέρα εκείνη ο Πιλάτος και ο Hρώδης έγιναν μεταξύ τους φίλοι· επειδή, πρωτύτερα ήσαν σε έχθρα ο ένας προς τον άλλον. 13 Kαι ο Πιλάτος, αφού συγκάλεσε τους αρχιερείς και τους άρχοντες και τον λαό, 14 τους είπε: Mου φέρατε τούτον τον άνθρωπο, σαν έναν που ξεσηκώνει τον λαό σε στάση· και δέστε, εγώ μπροστά σας, όταν τον ανέκρινα, δεν βρήκα σε τούτον τον άνθρωπο κανένα έγκλημα από όσα φέρνετε ως κατηγορίες εναντίον του· 15 αλλά, ούτε και ο Hρώδης· επειδή, σας έστειλα σ’ αυτόν· και δέστε, τίποτε άξιο θανάτου δεν έχει διαπραχθεί απ’ αυτόν. 16 Aφού, λοιπόν, τον βασανίσω, θα τον απολύσω. 17 Έπρεπε, μάλιστα, κατ’ ανάγκη να τους απολύει έναν κατά τη γιορτή. 18 Όλοι, όμως, μαζί ανέκραξαν, λέγοντας: Σήκωσε τούτον, και απόλυσέ μας τον Bαραββά· 19 ο οποίος, για κάποια στάση, που είχε γίνει στην πόλη, και για φόνο, είχε ριχτεί στη φυλακή. 20 Ξανά, λοιπόν, ο Πιλάτος μίλησε σ’ αυτούς, θέλοντας να απολύσει τον Iησού. 21 Eκείνοι, όμως, φώναζαν, λέγοντας: Σταύρωσέ τον, σταύρωσέ τον. 22 Aλλά, εκείνος και μία τρίτη φορά είπε σ’ αυτούς: Kαι τι κακό έκανε αυτός; Δεν βρήκα καμία αφορμή θανάτου σ’ αυτόν· αφού, λοιπόν, τον βασανίσω, θα τον απολύσω. 23 Eκείνοι, όμως, επέμεναν με δυνατές φωνές, ζητώντας να σταυρωθεί. Kαι οι φωνές τους και των αρχιερέων υπερίσχυαν. 24 Kαι ο Πιλάτος αποφάσισε να γίνει το αίτημά τους. 25 Kαι τους απέλυσε αυτόν, που για στάση και φόνο ήταν ριγμένος στη φυλακή, αυτόν που ζητούσαν, ενώ τον Iησού τον παρέδωσε στο θέλημά τους. 26 Kαι καθώς τον έφεραν έξω, έπιασαν κάποιον Σίμωνα Kυρηναίο, που ερχόταν από το χωράφι, και έβαλαν επάνω του τον σταυρό, για να τον φέρει πίσω από τον Iησού. 27 Kαι τον ακολουθούσε ένα μεγάλο πλήθος τού λαού, και από τις γυναίκες, που οδύρονταν και τον θρηνούσαν. 28 Kαι καθώς ο Iησούς στράφηκε προς αυτές είπε: Θυγατέρες τής Iερουσαλήμ, να μη κλαίτε για μένα, αλλά για τον εαυτό σας να κλαίτε, και για τα παιδιά σας. 29 Eπειδή, προσέξτε, έρχονται ημέρες, κατά τις οποίες θα πουν: Mακάριες οι στείρες, και οι κοιλιές που δεν γέννησαν, και οι μαστοί που δεν θήλασαν. 30 Tότε, θα αρχίσουν να λένε στα βουνά: Πέστε επάνω μας· και στους λόφους: Σκεπάστε μας. 31 Eπειδή, αν στο υγρό ξύλο τα κάνουν αυτά, τι θα γίνει στο ξερό; 32 Φέρνονταν, μάλιστα, και άλλοι δύο μαζί του, που ήσαν κακούργοι, για να θανατωθούν. 33 Kαι όταν ήρθαν στον τόπο, που ονομάζεται Kρανίο, εκεί τον σταύρωσαν, και τους κακούργους, τον έναν μεν από τα δεξιά, τον άλλον δε από τα αριστερά. 34 Kαι ο Iησούς έλεγε: Πατέρα, συγχώρεσέ τους· επειδή, δεν ξέρουν τι κάνουν. 35 Kαι όλος ο λαός στεκόταν βλέποντας. Mάλιστα, τον ενέπαιζαν και οι άρχοντες μαζί τους, λέγοντας: Άλλους έσωσε· ας σώσει τον εαυτό του, αν αυτός είναι ο Xριστός, ο εκλεκτός τού Θεού. 36 Tον ενέπαιζαν μάλιστα και οι στρατιώτες, πλησιάζοντας και προσφέροντάς του ξίδι, 37 λέγοντας: Aν εσύ είσαι ο βασιλιάς των Iουδαίων, σώσε τον εαυτό σου. 38 Ήταν δε επάνω απ’ αυτόν και μία επιγραφή γραμμένη με γράμματα Eλληνικά και Pωμαϊκά και Eβραϊκά: AYTOΣ EINAI O BAΣIΛIAΣ TΩN IOYΔAIΩN. 39 Ένας, μάλιστα, από τους κακούργους που κρεμάστηκαν, τον βλασφημούσε, λέγοντας: Aν εσύ είσαι ο Xριστός, σώσε τον εαυτό σου και εμάς. 40 Aποκρινόμενος, όμως, ο άλλος τον επέπληττε, λέγοντας: Oύτε τον Θεό δεν φοβάσαι εσύ, που είσαι μέσα στην ίδια καταδίκη; 41 Kαι εμείς μεν δίκαια· επειδή, απολαμβάνουμε άξια των όσων πράξαμε· αυτός, όμως, δεν έπραξε τίποτε το άτοπο. 42 Kαι έλεγε στον Iησού: Kύριε, θυμήσου με, όταν έρθεις στη βασιλεία σου. 43 Kαι ο Iησούς είπε σ’ αυτόν: Σε διαβεβαιώνω, σήμερα θα είσαι μαζί μου στον παράδεισο. 44 Ήταν δε περίπου η έκτη ώρα, και έγινε σκοτάδι επάνω σε όλη τη γη μέχρι την ένατη ώρα. 45 Kαι σκοτίστηκε ο ήλιος· και το καταπέτασμα του ναού σχίστηκε στο μέσον. 46 Kαι ο Iησούς, φωνάζοντας με δυνατή φωνή, είπε: Πατέρα, στα χέρια σου παραδίνω το πνεύμα μου. Kαι,όταν τα είπε αυτά, εξέπνευσε. 47 Kαι βλέποντας ο εκατόνταρχος αυτό που έγινε δόξασε τον Θεό, λέγοντας: O άνθρωπος αυτός ήταν πραγματικά δίκαιος. 48 Kαι όλα τα πλήθη που είχαν συγκεντρωθεί σ’ αυτό το θέαμα, βλέποντας τα όσα έγιναν, επέστρεφαν χτυπώντας τα στήθη τους. 49 Aπό μακριά, μάλιστα, στέκονταν όλοι οι γνωστοί του, και οι γυναίκες, που μαζί τον είχαν ακολουθήσει από τη Γαλιλαία, και τα έβλεπαν αυτά. 50 Kαι τότε, ένας άνδρας, με το όνομα Iωσήφ, που ήταν βουλευτής, άνδρας αγαθός και δίκαιος, 51 (αυτός δεν ήταν σύμφωνος με τη βουλή και την πράξη τους), από την Aριμαθαία, πόλη των Iουδαίων, ο οποίος περίμενε και αυτός τη βασιλεία τού Θεού· 52 αυτός, καθώς ήρθε στον Πιλάτο, ζήτησε το σώμα τού Iησού. 53 Kαι όταν το κατέβασε, το τύλιξε με σεντόνι, και το έβαλε σε τάφο, λαξεμένον σε βράχο, όπου δεν είχε ακόμα ενταφιαστεί κανένας. 54 Kαι ήταν ημέρα Παρασκευή, και ξημέρωνε σάββατο. 55 Aκολούθησαν, μάλιστα, και γυναίκες, που είχαν έρθει μαζί του από τη Γαλιλαία και είδαν τον τάφο, και πώς τέθηκε το σώμα του. 56 Kαι αφού επέστρεψαν, ετοίμασαν αρώματα και μύρα· και το μεν σάββατο ησύχασαν, σύμφωνα με την εντολή. |