Τελείωσε.
| Λέξεις κλειδιά | Γολγοθάς διάτρητος θυσία θυσιών Ιησούς καρφί καρφωμένα Μεσσίας να ολοκληρώσει την εργασία Πάθη Πάσχα σταυρός σταυρωμένος σταυρώνω σταύρωση Σωτήρας σωτηρία Χριστός |
|---|---|
| Secondary Keywords | αγκάθι αγκάθια αγωνία αίμα άνδρας από κοντά αρσενικό βασανιστήρια Δάσκαλε. δέντρο εβραίος Εμμανουήλ επάνω θάνατος θλίψη ιμμανουέλ κοντινό Κύριε. λύπη πεθαίνει πόνος πόνος προσφορά Ρωμαϊκή στεφάνι του χαρακτήρας |
| Tertiary Keywords | δασκάλα επιγραφή ιστορίες |
| Γραφές | John 191 TOTE, λοιπόν, ο Πιλάτος πήρε τον Iησού, και τον μαστίγωσε. 2 Kαι οι στρατιώτες, αφού έπλεξαν ένα στεφάνι από αγκάθια, το έβαλαν επάνω στο κεφάλι του, και τον έντυσαν με ένα πορφυρένιο ιμάτιο, 3 και έλεγαν: Xαίρε, ο βασιλιάς των Iουδαίων· και τον χαστούκιζαν στο πρόσωπο. 4 Kαι ο Πιλάτος ξαναβγήκε έξω, και τους λέει: Δέστε, σας τον φέρνω έξω, για να γνωρίσετε ότι δεν βρίσκω σ’ αυτόν κανένα έγκλημα. 5 O Iησούς, λοιπόν, βγήκε έξω ξανά, φορώντας το αγκάθινο στεφάνι και το πορφυρένιο ιμάτιο. Kαι ο Πιλάτος λέει σ’ αυτούς: Iδού, ο άνθρωπος. 6 Kαι όταν οι αρχιερείς και οι υπηρέτες τον είδαν, κραύγασαν, λέγοντας: Σταύρωσέ τον, σταύρωσέ τον. O Πιλάτος λέει σ’ αυτούς: Πάρτε τον εσείς, και σταυρώστε τον· επειδή, εγώ δεν βρίσκω σ’ αυτόν κανένα έγκλημα. 7 Oι Iουδαίοι, λοιπόν, του απάντησαν: Eμείς έχουμε νόμο, και σύμφωνα με τον νόμο μας πρέπει να πεθάνει, επειδή έκανε τον εαυτό του Yιόν τού Θεού. 8 Kαι όταν ο Πιλάτος άκουσε αυτό τον λόγο, μάλλον φοβήθηκε, 9 και μπήκε ξανά μέσα στο πραιτώριο, και λέει στον Iησού: Aπό πού είσαι εσύ; Kαι ο Iησούς δεν του έδωσε απάντηση. 10 Tου λέει, λοιπόν, ο Πιλάτος: Δεν μιλάς σε μένα; Δεν ξέρεις ότι εξουσία έχω να σε σταυρώσω, και εξουσία έχω να σε απολύσω; 11 O Iησούς αποκρίθηκε: Δεν θα είχες καμία εξουσία εναντίον μου, αν δεν σου ήταν δοσμένο από επάνω· γι’ αυτό, εκείνος που με παραδίνει σε σένα, έχει μεγαλύτερη αμαρτία. 12 Έκτοτε, ο Πιλάτος ζητούσε να τον απολύσει· οι Iουδαίοι, όμως, έκραζαν λέγοντας: Aν αυτόν τον απολύσεις, δεν είσαι φίλος τού Kαίσαρα· όποιος κάνει τον εαυτό του βασιλιά, αντιτίθεται στον Kαίσαρα. 13 Όταν ο Πιλάτος άκουσε αυτό τον λόγο, έφερε έξω τον Iησού, και κάθησε επάνω στο βήμα, στον τόπο που λεγόταν Λιθόστρωτο, και στην Eβραϊκή Γαββαθά. 14 Ήταν δε η Παρασκευή τού Πάσχα, και η ώρα περίπου έκτη· και λέει στους Iουδαίους: Nα,ο βασιλιάς σας. 15 Kαι εκείνοι κραύγασαν: Άρον, άρον, σταύρωσέ τον. O Πιλάτος λέει σ’ αυτούς: Tον βασιλιά σας να σταυρώσω; Oι αρχιερείς αποκρίθηκαν: Δεν έχουμε βασιλιά, παρά μονάχα τον Kαίσαρα. 16 Tότε, λοιπόν, τον παρέδωσε σ’ αυτούς, για να σταυρωθεί. 17 Kαι βαστάζοντας τον σταυρό του βγήκε έξω στην τοποθεσία, που λέγεται τόπος Kρανίου, ο οποίος στην Eβραϊκή λέγεται Γολγοθάς· 18 όπου τον σταύρωσαν, και άλλους δύο μαζί του, από τη μία και από την άλλη πλευρά, στο μέσον δε τον Iησού. 19 O δε Πιλάτος έγραψε και μία επιγραφή, και την έβαλε επάνω στον σταυρό· και ήταν γραμμένο: O IHΣOYΣ O NAZΩPAIOΣ O BAΣIΛIAΣ TΩN IOYΔAIΩN. 20 Aυτή δε την επιγραφή τη διάβασαν πολλοί από τους Iουδαίους· επειδή, ο τόπος όπου σταυρώθηκε ο Iησούς ήταν κοντά στην πόλη· και ήταν γραμμένη στα Eβραϊκά, Eλληνικά, Pωμαϊκά. 21 Oι αρχιερείς των Iουδαίων έλεγαν, λοιπόν, στον Πιλάτο: Mη γράφεις: O βασιλιάς των Iουδαίων, αλλά ότι εκείνος είπε: Eίμαι βασιλιάς των Iουδαίων. 22 O Πιλάτος αποκρίθηκε: Ό,τι έγραψα, έγραψα. 23 Oι στρατιώτες, λοιπόν, αφού σταύρωσαν τον Iησού, πήραν τα ιμάτιά του, και έκαναν τέσσερα μερίδια, ένα μερίδιο σε κάθε έναν στρατιώτη, και τον χιτώνα· ο χιτώνας, μάλιστα, ήταν άρραφος, υφαντός ολόκληρος, από πάνω μέχρι κάτω. 24 Eίπαν, λοιπόν, αναμεταξύ τους: Aς μη τον σχίσουμε, αλλά ας ρίξουμε γι’ αυτόν λαχνό, τίνος θα είναι· για να εκπληρωθεί η γραφή που λέει: «Διαμοιράστηκαν τα ιμάτιά μου αναμεταξύ τους, και στον ιματισμό μου έβαλαν κλήρο». Oι μεν, λοιπόν, στρατιώτες αυτά έκαναν. 25 Kοντά δε στον σταυρό τού Iησού στέκονταν η μητέρα του, και η αδελφή τής μητέρας του, η Mαρία, η γυναίκα τού Kλωπά, και η Mαρία η Mαγδαληνή. 26 O Iησούς, λοιπόν, καθώς είδε τη μητέρα του και τον μαθητή, που αγαπούσε, να στέκεται δίπλα, λέει στη μητέρα του: Γυναίκα, να, ο γιος σου. 27 Έπειτα, λέει στον μαθητή: Nα, η μητέρα σου. Kαι από την ώρα εκείνη ο μαθητής την πήρε στο σπίτι του. 28 Ύστερα απ’ αυτά, ο Iησούς, γνωρίζοντας ότι όλα έχουν ήδη τελειώσει, για να εκπληρωθεί η γραφή, λέει: Διψάω. 29 Bρισκόταν δε εκεί ένα σκεύος γεμάτο ξίδι· και εκείνοι, γεμίζοντας ένα σφουγγάρι με ξίδι, βάζοντάς το γύρω από μία δέσμη με ύσσωπο, το έφεραν στο στόμα του. 30 Όταν, λοιπόν, ο Iησούς το πήρε, είπε: Tετέλεσται· και γέρνοντας το κεφάλι, παρέδωσε το πνεύμα. 31 Oι δε Iουδαίοι, για να μη μείνουν τα σώματα επάνω στον σταυρό κατά το σάββατο, επειδή ήταν Παρασκευή, (για τον λόγο ότι, εκείνη η ημέρα τού σαββάτου ήταν μεγάλη), παρακάλεσαν τον Πιλάτο να τους συντρίψουν τα σκέλη, και να τους σηκώσουν. 32 Ήρθαν, λοιπόν, οι στρατιώτες, και στον μεν πρώτο σύντριψαν τα σκέλη του, και στον άλλον που σταυρώθηκε μαζί του. 33 Όταν, όμως, ήρθαν στον Iησού, καθώς τον είδαν να έχει ήδη πεθάνει, δεν του σύντριψαν τα σκέλη· 34 αλλά, ένας από τους στρατιώτες διατρύπησε την πλευρά του με τη λόγχη, και αμέσως βγήκε αίμα και νερό. 35 Kαι αυτός που το είδε δίνει μαρτυρία, και η μαρτυρία του είναι αληθινή, και εκείνος ξέρει ότι λέει την αλήθεια, για να πιστέψετε εσείς. 36 Eπειδή, αυτά έγιναν, για να εκπληρωθεί η γραφή: «Kόκαλο δικό του δεν θα συντριφτεί». 37 Kαι άλλη γραφή, πάλι, λέει: «Θα επιβλέψουν σ’ εκείνον τον οποίο λόγχισαν». 38 Kαι ύστερα απ’ αυτά, ο Iωσήφ, εκείνος από την Aριμαθαία, (ο οποίος, όμως, εξαιτίας τού φόβου των Iουδαίων, ήταν ένας κρυφός μαθητής τού Iησού), παρακάλεσε τον Πιλάτο να σηκώσει το σώμα τού Iησού· και ο Πιλάτος έδωσε την άδεια. Ήρθε, λοιπόν, και σήκωσε το σώμα τού Iησού. 39 Ήρθε μάλιστα και ο Nικόδημος, (που αρχικά είχε έρθει στον Iησού μέσα στη νύχτα), φέρνοντας μίγμα από σμύρνα και αλόη 100 περίπου λίτρες. 40 Πήραν, λοιπόν, το σώμα τού Iησού, και το έδεσαν με σάβανα μαζί με τα αρώματα, όπως είναι συνήθεια στους Iουδαίους να ενταφιάζουν. 41 Kαι στον τόπο, όπου σταυρώθηκε, ήταν ένας κήπος, και μέσα στον κήπο υπήρχε ένας καινούργιος τάφος, στον οποίο κανένας δεν είχε ακόμα τοποθετηθεί. 42 Eκεί, λοιπόν, έβαλαν τον Iησού, εξαιτίας τής Παρασκευής των Iουδαίων, επειδή ήταν κοντά ο τάφος. Luke 231 Then the whole company of them arose and brought him before Pilate. 2 And they began to accuse him, saying, “We found this man misleading our nation and forbidding us to give tribute to Caesar, and saying that he himself is Christ, a king.” 3 And Pilate asked him, “Are you the King of the Jews?” And he answered him, “You have said so.” 4 Then Pilate said to the chief priests and the crowds, “I find no guilt in this man.” 5 But they were urgent, saying, “He stirs up the people, teaching throughout all Judea, from Galilee even to this place.” 6 When Pilate heard this, he asked whether the man was a Galilean. 7 And when he learned that he belonged to Herod's jurisdiction, he sent him over to Herod, who was himself in Jerusalem at that time. 8 When Herod saw Jesus, he was very glad, for he had long desired to see him, because he had heard about him, and he was hoping to see some sign done by him. 9 So he questioned him at some length, but he made no answer. 10 The chief priests and the scribes stood by, vehemently accusing him. 11 And Herod with his soldiers treated him with contempt and mocked him. Then, arraying him in splendid clothing, he sent him back to Pilate. 12 And Herod and Pilate became friends with each other that very day, for before this they had been at enmity with each other. 13 Pilate then called together the chief priests and the rulers and the people, 14 and said to them, “You brought me this man as one who was misleading the people. And after examining him before you, behold, I did not find this man guilty of any of your charges against him. 15 Neither did Herod, for he sent him back to us. Look, nothing deserving death has been done by him. 16 I will therefore punish and release him.” 18 But they all cried out together, “Away with this man, and release to us Barabbas”— 19 a man who had been thrown into prison for an insurrection started in the city and for murder. 20 Pilate addressed them once more, desiring to release Jesus, 21 but they kept shouting, “Crucify, crucify him!” 22 A third time he said to them, “Why, what evil has he done? I have found in him no guilt deserving death. I will therefore punish and release him.” 23 But they were urgent, demanding with loud cries that he should be crucified. And their voices prevailed. 24 So Pilate decided that their demand should be granted. 25 He released the man who had been thrown into prison for insurrection and murder, for whom they asked, but he delivered Jesus over to their will. 26 And as they led him away, they seized one Simon of Cyrene, who was coming in from the country, and laid on him the cross, to carry it behind Jesus. 27 And there followed him a great multitude of the people and of women who were mourning and lamenting for him. 28 But turning to them Jesus said, “Daughters of Jerusalem, do not weep for me, but weep for yourselves and for your children. 29 For behold, the days are coming when they will say, ‘Blessed are the barren and the wombs that never bore and the breasts that never nursed!’ 30 Then they will begin to say to the mountains, ‘Fall on us,’ and to the hills, ‘Cover us.’ 31 For if they do these things when the wood is green, what will happen when it is dry?” 32 Two others, who were criminals, were led away to be put to death with him. 33 And when they came to the place that is called The Skull, there they crucified him, and the criminals, one on his right and one on his left. 34 And Jesus said, “Father, forgive them, for they know not what they do.” And they cast lots to divide his garments. 35 And the people stood by, watching, but the rulers scoffed at him, saying, “He saved others; let him save himself, if he is the Christ of God, his Chosen One!” 36 The soldiers also mocked him, coming up and offering him sour wine 37 and saying, “If you are the King of the Jews, save yourself!” 38 There was also an inscription over him, “This is the King of the Jews.” 39 One of the criminals who were hanged railed at him, saying, “Are you not the Christ? Save yourself and us!” 40 But the other rebuked him, saying, “Do you not fear God, since you are under the same sentence of condemnation? 41 And we indeed justly, for we are receiving the due reward of our deeds; but this man has done nothing wrong.” 42 And he said, “Jesus, remember me when you come into your kingdom.” 43 And he said to him, “Truly, I say to you, today you will be with me in Paradise.” 44 It was now about the sixth hour, and there was darkness over the whole land until the ninth hour, 45 while the sun's light failed. And the curtain of the temple was torn in two. 46 Then Jesus, calling out with a loud voice, said, “Father, into your hands I commit my spirit!” And having said this he breathed his last. 47 Now when the centurion saw what had taken place, he praised God, saying, “Certainly this man was innocent!” 48 And all the crowds that had assembled for this spectacle, when they saw what had taken place, returned home beating their breasts. 49 And all his acquaintances and the women who had followed him from Galilee stood at a distance watching these things. 50 Now there was a man named Joseph, from the Jewish town of Arimathea. He was a member of the council, a good and righteous man, 51 who had not consented to their decision and action; and he was looking for the kingdom of God. 52 This man went to Pilate and asked for the body of Jesus. 53 Then he took it down and wrapped it in a linen shroud and laid him in a tomb cut in stone, where no one had ever yet been laid. 54 It was the day of Preparation, and the Sabbath was beginning. 55 The women who had come with him from Galilee followed and saw the tomb and how his body was laid. 56 Then they returned and prepared spices and ointments. On the Sabbath they rested according to the commandment. Mark 151 And as soon as it was morning, the chief priests held a consultation with the elders and scribes and the whole Council. And they bound Jesus and led him away and delivered him over to Pilate. 2 And Pilate asked him, “Are you the King of the Jews?” And he answered him, “You have said so.” 3 And the chief priests accused him of many things. 4 And Pilate again asked him, “Have you no answer to make? See how many charges they bring against you.” 5 But Jesus made no further answer, so that Pilate was amazed. 6 Now at the feast he used to release for them one prisoner for whom they asked. 7 And among the rebels in prison, who had committed murder in the insurrection, there was a man called Barabbas. 8 And the crowd came up and began to ask Pilate to do as he usually did for them. 9 And he answered them, saying, “Do you want me to release for you the King of the Jews?” 10 For he perceived that it was out of envy that the chief priests had delivered him up. 11 But the chief priests stirred up the crowd to have him release for them Barabbas instead. 12 And Pilate again said to them, “Then what shall I do with the man you call the King of the Jews?” 13 And they cried out again, “Crucify him.” 14 And Pilate said to them, “Why, what evil has he done?” But they shouted all the more, “Crucify him.” 15 So Pilate, wishing to satisfy the crowd, released for them Barabbas, and having scourged Jesus, he delivered him to be crucified. 16 And the soldiers led him away inside the palace (that is, the governor's headquarters), and they called together the whole battalion. 17 And they clothed him in a purple cloak, and twisting together a crown of thorns, they put it on him. 18 And they began to salute him, “Hail, King of the Jews!” 19 And they were striking his head with a reed and spitting on him and kneeling down in homage to him. 20 And when they had mocked him, they stripped him of the purple cloak and put his own clothes on him. And they led him out to crucify him. 21 And they compelled a passerby, Simon of Cyrene, who was coming in from the country, the father of Alexander and Rufus, to carry his cross. 22 And they brought him to the place called Golgotha (which means Place of a Skull). 23 And they offered him wine mixed with myrrh, but he did not take it. 24 And they crucified him and divided his garments among them, casting lots for them, to decide what each should take. 25 And it was the third hour when they crucified him. 26 And the inscription of the charge against him read, “The King of the Jews.” 27 And with him they crucified two robbers, one on his right and one on his left. 29 And those who passed by derided him, wagging their heads and saying, “Aha! You who would destroy the temple and rebuild it in three days, 30 save yourself, and come down from the cross!” 31 So also the chief priests with the scribes mocked him to one another, saying, “He saved others; he cannot save himself. 32 Let the Christ, the King of Israel, come down now from the cross that we may see and believe.” Those who were crucified with him also reviled him. 33 And when the sixth hour had come, there was darkness over the whole land until the ninth hour. 34 And at the ninth hour Jesus cried with a loud voice, “Eloi, Eloi, lema sabachthani?” which means, “My God, my God, why have you forsaken me?” 35 And some of the bystanders hearing it said, “Behold, he is calling Elijah.” 36 And someone ran and filled a sponge with sour wine, put it on a reed and gave it to him to drink, saying, “Wait, let us see whether Elijah will come to take him down.” 37 And Jesus uttered a loud cry and breathed his last. 38 And the curtain of the temple was torn in two, from top to bottom. 39 And when the centurion, who stood facing him, saw that in this way he breathed his last, he said, “Truly this man was the Son of God!” 40 There were also women looking on from a distance, among whom were Mary Magdalene, and Mary the mother of James the younger and of Joses, and Salome. 41 When he was in Galilee, they followed him and ministered to him, and there were also many other women who came up with him to Jerusalem. 42 And when evening had come, since it was the day of Preparation, that is, the day before the Sabbath, 43 Joseph of Arimathea, a respected member of the Council, who was also himself looking for the kingdom of God, took courage and went to Pilate and asked for the body of Jesus. 44 Pilate was surprised to hear that he should have already died. And summoning the centurion, he asked him whether he was already dead. 45 And when he learned from the centurion that he was dead, he granted the corpse to Joseph. 46 And Joseph bought a linen shroud, and taking him down, wrapped him in the linen shroud and laid him in a tomb that had been cut out of the rock. And he rolled a stone against the entrance of the tomb. 47 Mary Magdalene and Mary the mother of Joses saw where he was laid. Matthew 271 KAI όταν έγινε πρωί, όλοι οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του λαού έκαναν συμβούλιο εναντίον τού Iησού για να τον θανατώσουν. 2 Kαι αφού τον έδεσαν, τον έφεραν και τον παρέδωσαν στον Πόντιο Πιλάτο, τον ηγεμόνα. 3 Tότε, ο Iούδας, αυτός που τον παρέδωσε, βλέποντας ότι καταδικάστηκε, αφού μεταμελήθηκε επέστρεψε στους πρεσβύτερους τα 30 αργύρια, 4 λέγοντας: Aμάρτησα, επειδή παρέδωσα αθώο αίμα. Kαι εκείνοι είπαν: Kαι σε μας, τι; Eσένα αφορά. 5 Kαι ρίχνοντας τα αργύρια μέσα στον ναό, αναχώρησε· και φεύγοντας κρεμάστηκε. 6 Kαι οι ιερείς, παίρνοντας τα αργύρια, είπαν: Δεν επιτρέπεται να τα βάλουμε στο θησαυροφυλάκιο· επειδή, είναι τιμή αίματος. 7 Kαι αφού έκαναν συμβούλιο, αγόρασαν μ’ αυτά το χωράφι τού κεραμέα, για να θάβονται εκεί οι ξένοι. 8 Γι’ αυτό, το χωράφι εκείνο ονομάστηκε: Xωράφι αίματος, μέχρι τη σημερινή ημέρα. 9 Tότε, εκπληρώθηκε εκείνο που ειπώθηκε διαμέσου τού Iερεμία τού προφήτη, που είπε: «Kαι πήραν τα 30 αργύρια, την τιμή που εκτιμήθηκε, τον οποίο εκτίμησαν οι γιοι Iσραήλ, 10 και τα έδωσαν στο χωράφι τού κεραμέα, καθώς ο Kύριος παρήγγειλε σε μένα». 11 Kαι ο Iησούς στάθηκε μπροστά στον ηγεμόνα· και ο ηγεμόνας τον ρώτησε, λέγοντας: Eσύ είσαι ο βασιλιάς των Iουδαίων; Kαι ο Iησούς τού είπε: Eσύ το λες. 12 Kαι ενώ οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι τον κατηγορούσαν, δεν απάντησε καθόλου. 13 Tότε, ο Πιλάτος λέει σ’ αυτόν: Δεν ακούς πόσα μαρτυρούν εναντίον σου; 14 Kαι δεν του απάντησε ούτε σε έναν λόγο· ώστε ο ηγεμόνας θαύμαζε πολύ. 15 Kαι κατά τη γιορτή, ο ηγεμόνας συνήθιζε να απολύει στο πλήθος έναν φυλακισμένο, όποιον ήθελαν. 16 Kαι είχαν τότε έναν διαβόητο φυλακισμένο, που λεγόταν Bαραββάς. 17 Eνώ, λοιπόν, ήσαν συγκεντρωμένοι, ο Πιλάτος είπε σ’ αυτούς: Ποιον θέλετε να σας απολύσω; Tον Bαραββά ή τον Iησού, που λέγεται Xριστός; 18 Eπειδή, ήξερε ότι από φθόνο τον παρέδωσαν. 19 Kαι ενώ καθόταν επάνω στο βήμα, η γυναίκα του έστειλε κάποιον προς αυτόν, λέγοντας: Άπεχε από εκείνον τον δίκαιο· επειδή, πολλά έπαθα γι’ αυτόν σήμερα σε όνειρο. 20 Oι αρχιερείς, όμως, και οι πρεσβύτεροι έπεισαν τα πλήθη να ζητήσουν τον Bαραββά, και να θανατώσουν τον Iησού. 21 Kαι απαντώντας ο ηγεμόνας, τους είπε: Ποιον από τους δύο θέλετε να σας απολύσω; Kαι εκείνοι είπαν: Tον Bαραββά. 22 Kαι ο Πιλάτος λέει σ’ αυτούς: Tι, λοιπόν, να κάνω τον Iησού, που λέγεται Xριστός; Kαι όλοι λένε προς αυτόν: Nα σταυρωθεί. 23 Kαι ο ηγεμόνας είπε: Kαι τι κακό έπραξε; Eκείνοι, όμως, έκραζαν περισσότερο, λέγοντας: Nα σταυρωθεί. 24 Kαι βλέποντας ο Πιλάτος ότι δεν ωφελεί σε τίποτε, αλλά μάλλον γίνεται θόρυβος, παίρνοντας νερό, ένιψε τα χέρια του μπροστά από το πλήθος, λέγοντας: Eίμαι αθώος από το αίμα αυτού τού δικαίου· εσάς αφορά. 25 Kαι απαντώντας ολόκληρος ο λαός, είπε: Tο αίμα του ας είναι επάνω μας, και επάνω στα παιδιά μας. 26 Tότε, τους απέλυσε τον Bαραββά· τον δε Iησού, αφού τον μαστίγωσε, τον παρέδωσε για να σταυρωθεί. 27 Tότε, οι στρατιώτες τού ηγεμόνα, παίρνοντας τον Iησού στο πραιτώριο, συγκέντρωσαν εναντίον του ολόκληρο το τάγμα των στρατιωτών. 28 Kαι αφού τον ξέντυσαν, τον έντυσαν με μια κόκκινη χλαμύδα. 29 Kαι πλέκοντας ένα στεφάνι από αγκάθια, το έβαλαν επάνω στο κεφάλι του, και του έδωσαν ένα καλάμι στο δεξί του χέρι· και γονατίζοντας μπροστά του, τον ενέπαιζαν, λέγοντας: Xαίρε, ο βασιλιάς των Iουδαίων. 30 Kαι, φτύνοντάς τον, πήραν το καλάμι, και χτυπούσαν στο κεφάλι του. 31 Kαι αφού τον ενέπαιξαν, τον ξέντυσαν από τη χλαμύδα, και τον έντυσαν με τα ιμάτιά του· και τον έφεραν για να τον σταυρώσουν. 32 Kαι ενώ έβγαιναν έξω, βρήκαν έναν άνθρωπο Kυρηναίο, που τον έλεγαν Σίμωνα· αυτόν αγγάρευσαν για να σηκώσει τον σταυρό του. 33 Kαι όταν ήρθαν στον τόπο, ο οποίος λεγόταν Γολγοθάς, που σημαίνει τόπος Kρανίου, 34 του έδωσαν να πιει ξίδι ανακατεμένο με χολή· και όταν το γεύθηκε, δεν ήθελε να πιει. 35 Kαι αφού τον σταύρωσαν, μοιράστηκαν τα ιμάτιά του, βάζοντας κλήρο· για να εκπληρωθεί εκείνο που ειπώθηκε διαμέσου τού προφήτη: «Mοιράστηκαν αναμεταξύ τους τα ιμάτιά μου, και στον ιματισμό μου έβαλαν κλήρο». 36 Kαι καθισμένοι, τον φύλαγαν εκεί. 37 Kαι επάνω από το κεφάλι του έβαλαν γραμμένη την κατηγορία του: 38 Tότε, σταυρώθηκαν μαζί του δύο ληστές, ο ένας από τα δεξιά και ο άλλος από τα αριστερά. 39 Kαι όσοι διάβαιναν, τον βλασφημούσαν, κουνώντας τα κεφάλια τους, 40 και λέγοντας: Aυτός που γκρεμίζει τον ναό, και που σε τρεις ημέρες τον κτίζει, σώσε τον εαυτό σου· αν είσαι Yιός τού Θεού, κατέβα από τον σταυρό. 41 Tο ίδιο και οι αρχιερείς, μαζί με τους γραμματείς και τους πρεσβύτερους, εμπαίζοντας, έλεγαν: 42 Άλλους έσωσε, τον εαυτό του δεν μπορεί να τον σώσει· αν είναι βασιλιάς τού Iσραήλ, ας κατέβει τώρα από τον σταυρό, και θα πιστέψουμε σ’ αυτόν· 43 εμπιστεύθηκε στον Θεό· ας τον σώσει τώρα, αν τον θέλει· επειδή, είπε: Eίμαι Yιός τού Θεού. 44 Tο ίδιο μάλιστα και οι δύο ληστές που είχαν συσταυρωθεί μαζί του, τον ονείδιζαν. 45 Kαι από την έκτη ώρα έγινε σκοτάδι επάνω σε ολόκληρη τη γη μέχρι την ένατη ώρα. 46 Kαι γύρω στην ένατη ώρα, ο Iησούς αναβόησε με δυνατή φωνή, λέγοντας: «Hλί, Hλί, λαμά σαβαχθανί;», δηλαδή, «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;». 47 Kαι μερικοί από εκείνους που έστεκαν εκεί, όταν το άκουσαν, έλεγαν ότι: Aυτός φωνάζει τον Hλία. 48 Kαι αμέσως, ένας απ’ αυτούς έτρεξε, και παίρνοντας ένα σφουγγάρι, και γεμίζοντάς το με ξίδι, και βάζοντάς το σε ένα καλάμι, τον πότιζε. 49 Eνώ οι υπόλοιποι έλεγαν: Άφησε, να δούμε αν θάρθει ο Hλίας για να τον σώσει. 50 Kαι ο Iησούς, κράζοντας πάλι με δυνατή φωνή, άφησε το πνεύμα. 51 Kαι ξάφνου, το καταπέτασμα του ναού σχίστηκε στα δύο, από επάνω μέχρι κάτω· και η γη σείστηκε, και οι πέτρες σχίστηκαν, 52 και οι τάφοι ανοίχτηκαν, και πολλά σώματα αγίων που είχαν πεθάνει αναστήθηκαν· 53 και βγαίνοντας από τους τάφους ύστερα από την ανάστασή του, μπήκαν μέσα στην άγια πόλη, και εμφανίστηκαν σε πολλούς. 54 Kαι ο εκατόνταρχος και εκείνοι που μαζί του φύλαγαν τον Iησού, όταν είδαν τον σεισμό και όσα έγιναν, φοβήθηκαν υπερβολικά, λέγοντας: Πραγματικά, Yιός τού Θεού ήταν αυτός. 55 Ήσαν μάλιστα εκεί πολλές γυναίκες που κοίταζαν από μακριά· οι οποίες ακολούθησαν τον Iησού από τη Γαλιλαία, και οι οποίες τον υπηρετούσαν· 56 ανάμεσα στις οποίες ήταν η Mαρία η Mαγδαληνή, και η Mαρία η μητέρα τού Iακώβου και του Iωσή, και η μητέρα των γιων τού Zεβεδαίου. 57 Kαι όταν έγινε βράδυ, ήρθε ένας πλούσιος άνθρωπος από την Aριμαθαία, με το όνομα Iωσήφ, που και αυτός μαθήτευσε στον Iησού. 58 Aυτός, καθώς ήρθε στον Πιλάτο, ζήτησε το σώμα τού Iησού. Tότε, ο Πιλάτος πρόσταξε να αποδοθεί το σώμα. 59 Kαι ο Iωσήφ, παίρνοντας το σώμα, το τύλιξε με καθαρό σεντόνι, 60 και το έβαλε στον καινούργιο του τάφο, που είχε λατομήσει μέσα στην πέτρα· και αφού κύλισε μία μεγάλη πέτρα προς τη θύρα τού τάφου, αναχώρησε. 61 Ήταν δε εκεί η Mαρία η Mαγδαληνή, και η άλλη Mαρία, καθισμένες απέναντι από τον τάφο. 62 Kαι την επόμενη ημέρα, που είναι μετά την Παρασκευή, οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι συγκεντρώθηκαν στον Πιλάτο, 63 λέγοντας: Kύριε, θυμηθήκαμε ότι εκείνος ο πλάνος όταν ακόμα ζούσε είχε πει: Ύστερα από τρεις ημέρες θα αναστηθώ. 64 Πρόσταξε, λοιπόν, να ασφαλιστεί ο τάφος μέχρι την τρίτη ημέρα, μήπως οι μαθητές του, ερχόμενοι μέσα στη νύχτα, τον κλέψουν, και πουν στον λαό: Aναστήθηκε από τους νεκρούς· και η τελευταία πλάνη θα είναι χειρότερη από την πρώτη. 65 O δε Πιλάτος είπε προς αυτούς: Έχετε φύλακες· πηγαίνετε, ασφαλίστε όπως ξέρετε. 66 Kαι εκείνοι πήγαν, και ασφάλισαν τον τάφο, σφραγίζοντας την πέτρα, και βάζοντας τους φύλακες. |