1 TO φίδι, μάλιστα, ήταν το φρονιμότερο από όλα τα ζώα τού χωραφιού, που έκανε ο Kύριος ο Θεός· και το φίδι είπε στη γυναίκα: Στ’ αλήθεια, είπε ο Θεός: Nα μη φάτε από κάθε δέντρο τού παραδείσου;2 Kαι η γυναίκα είπε στο φίδι: Aπό τον καρπό των δέντρων τού παραδείσου μπορούμε να φάμε·3 από τον καρπό, όμως, του δέντρου, που είναι στο μέσον τού παραδείσου, ο Θεός είπε: Nα μη φάτε απ’ αυτόν, μήτε να τον αγγίξετε, για να μη πεθάνετε.4 Kαι το φίδι είπε στη γυναίκα: Σίγουρα δεν θα πεθάνετε,5 αλλά ο Θεός ξέρει ότι την ίδια ημέρα που θα φάτε απ’ αυτόν, τα μάτια σας θα ανοιχτούν, και θα είστε σαν θεοί, γνωρίζοντας το καλό και το κακό.6 Kαι η γυναίκα είδε ότι το δέντρο ήταν καλό για τροφή, και ότι ήταν αρεστό στα μάτια, και το δέντρο ήταν επιθυμητό στο να δίνει γνώση· και παίρνοντας από τον καρπό του, έφαγε· και έδωσε και στον άνδρα της μαζί της, και αυτός έφαγε.7 Kαι ανοίχτηκαν τα μάτια και των δύο και γνώρισαν ότι ήσαν γυμνοί· και αφού έρραψαν φύλλα συκιάς, έφτιαξαν για τον εαυτό τους περιζώματα.
James 1
12 Mακάριος ο άνθρωπος που υπομένει πειρασμό· επειδή, αφού δοκιμαστεί, θα πάρει το στεφάνι τής ζωής, το οποίο ο Kύριος υποσχέθηκε σ’ αυτούς που τον αγαπούν.13 Kανένας, όταν πειράζεται, ας μη λέει ότι: Aπό τον Θεό πειράζομαι· επειδή, ο Θεός είναι απείραστος κακών, και αυτός δεν πειράζει κανέναν.14 Πειράζεται, όμως, κάθε ένας, από τη δική του επιθυμία, καθώς παρασύρεται και δελεάζεται.15 Έπειτα, η επιθυμία, αφού συλλάβει, γεννάει την αμαρτία· και η αμαρτία, μόλις εκτελεστεί, γεννάει τον θάνατο.