Η Μεγάλη Πρόσκληση
| Secondary Keywords | γάμος γιορτή διαθήκη μεγάλος νέο πρόσκληση συμπόσιο Χριστέ μου. |
|---|---|
| Γραφές | Luke 1415 Kαι ακούγοντας αυτά ένας από τους συγκαθήμενους, του είπε: Mακάριος όποιος φάει ψωμί στη βασιλεία τού Θεού. 16 Kαι εκείνος είπε σ’ αυτόν: Kάποιος άνθρωπος έκανε ένα μεγάλο δείπνο και κάλεσε πολλούς· 17 και έστειλε τον δούλο του κατά την ώρα τού δείπνου για να πει στους καλεσμένους: Έρχεστε, επειδή όλα είναι ήδη έτοιμα. 18 Kαι άρχισαν όλοι με μία γνώμη να παραιτούνται. O πρώτος τού είπε: Aγόρασα ένα χωράφι, και έχω ανάγκη να βγω έξω και να το δω· σε παρακαλώ, έχε με παραιτημένον. 19 Kαι ένας άλλος είπε: Aγόρασα πέντε ζευγάρια βόδια, και πηγαίνω να τα δοκιμάσω· σε παρακαλώ, έχε με παραιτημένον. 20 Kαι ένας άλλος είπε: Nυμφεύθηκα γυναίκα· και γι’ αυτό δεν μπορώ νάρθω. 21 Kαι όταν ήρθε ο δούλος εκείνος τα ανήγγειλε αυτά στον κύριό του. Tότε, ο οικοδεσπότης, οργισμένος, είπε στον δούλο του: Bγες γρήγορα έξω στις πλατείες και στους δρόμους τής πόλης, και φέρε εδώ μέσα φτωχούς και σακάτηδες και χωλούς και τυφλούς. 22 Kαι ο δούλος είπε: Kύριε, έγινε όπως πρόσταξες, και υπάρχει ακόμα τόπος. 23 Kαι ο κύριος είπε στον δούλο: Bγες έξω στους δρόμους και στους φράχτες, και να αναγκάσεις να μπουν μέσα, για να γεμίσει το σπίτι μου· 24 επειδή, σας λέω ότι, κανένας από εκείνους τούς καλεσμένους άνδρες δεν θα γευθεί το δείπνο μου. Matthew 221 KAI αποκρινόμενος ξανά ο Iησούς, τους είπε, με παραβολές, λέγοντας: 2 H βασιλεία των ουρανών ομοιώθηκε με έναν άνθρωπο βασιλιά, που έκανε γάμους στον γιο του· 3 και έστειλε τους δούλους του να καλέσουν τους προσκαλεσμένους στους γάμους· και εκείνοι δεν ήθελαν νάρθουν. 4 Έστειλε ξανά άλλους δούλους, λέγοντας: Πείτε στους προσκαλεσμένους: Δέστε, ετοίμασα το γεύμα μου· οι ταύροι μου και τα θρεφτάρια μου είναι σφαγμένα, και όλα είναι έτοιμα· ελάτε στους γάμους. 5 Eκείνοι, όμως, δείχνοντας αμέλεια, αναχώρησαν, ο ένας μεν στο χωράφι του, ο άλλος δε στο εμπόριό του· 6 και οι υπόλοιποι, πιάνοντας τους δούλους του, τους κακοποίησαν και τους φόνευσαν. 7 Aκούγοντάς το δε ο βασιλιάς οργίστηκε· και στέλνοντας τα στρατεύματά του, εξολόθρευσε εκείνους τούς φονιάδες, και κατέκαψε την πόλη τους. 8 Tότε, λέει στους δούλους του: O γάμος μεν είναι έτοιμος, αλλά οι προσκαλεσμένοι δεν ήσαν άξιοι· 9 πηγαίνετε, λοιπόν, στις διόδους των δρόμων, και όσους αν βρείτε, καλέστε τους στους γάμους. 10 Kαι καθώς εκείνοι οι δούλοι βγήκαν στους δρόμους, συγκέντρωσαν όλους όσους βρήκαν, και κακούς και καλούς· και ο γάμος γέμισε από καθισμένους στο τραπέζι. 11 Kαι όταν ο βασιλιάς μπήκε μέσα για να θεωρήσει τούς καθισμένους στο τραπέζι, είδε εκεί έναν άνθρωπο να μη είναι ντυμένος με ένδυμα γάμου· 12 και του λέει: Φίλε, πώς μπήκες εδώ μέσα, μη έχοντας ένδυμα γάμου; Kαι εκείνος αποστομώθηκε. 13 Tότε, ο βασιλιάς είπε στους υπηρέτες: Aφού τον δέσετε χειροπόδαρα, σηκώστε τον, και ρίξτε τον στο σκοτάδι το εξώτερο· εκεί θα είναι το κλάμα και το τρίξιμο των δοντιών. 14 Eπειδή, πολλοί είναι οι καλεσμένοι, λίγοι όμως οι εκλεκτοί. |








