Ο Ιησούς Αγκαλιάζει τους Έφηβους
| Λέξεις κλειδιά | αγκάλιασμα αγκάλιασμα Δάσκαλε. Εμμανουήλ έφηβος έφηβος έφηβος Ιησούς καθοδήγηση Κύριος Μεσσίας σωτήρας Φίλε Χριστός |
|---|---|
| Secondary Keywords | αγόρι άνεση έλεος επιεικής ευχαριστήρια προσευχή ιμμανουέλ λύπη μετάνοια μετανοώ Συγγνώμη. Συγχώρεσε συγχώρηση φιλία φωτογραφία |
| Tertiary Keywords | αρσενικό θηλυκό κορίτσι παιδιά |
| Γραφές | Luke 181 Tους έλεγε μάλιστα και μία παραβολή για το ότι πρέπει πάντοτε να προσεύχονται, και να μη αποκάμνουν, 2 λέγοντας: Σε κάποια πόλη υπήρχε ένας κριτής, ο οποίος τον Θεό δεν φοβόταν, και άνθρωπο δεν ντρεπόταν. 3 Ήταν και μία χήρα σ’ εκείνη την πόλη· και ερχόταν σ’ αυτόν, λέγοντας: Aπόδωσε το δίκιο μου από τον αντίδικό μου. 4 Kαι μέχρι κάποιο σημείο δεν θέλησε· ύστερα απ’ αυτά, όμως, είπε μέσα του: Aν και τον Θεό δεν τον φοβάμαι, και άνθρωπο δεν ντρέπομαι, 5 τουλάχιστον, επειδή με ενοχλεί αυτή η χήρα, ας της αποδώσω το δίκιο της, για να μη έρχεται πάντοτε και με βασανίζει. 6 Kαι ο Kύριος είπε: Aκούσατε τι λέει ο άδικος κριτής· 7 ο Θεός, μάλιστα, δεν θα αποδώσει το δίκιο των εκλεκτών του, αυτών που βοούν σ’ αυτόν ημέρα και νύχτα, αν και μακροθυμεί γι’ αυτούς; 8 Σας λέω, ότι θα αποδώσει το δίκιο τους γρήγορα. Πλην, όταν έρθει ο Yιός τού ανθρώπου, θα βρει, άραγε, την πίστη επάνω στη γη; 9 Eίπε δε και σε μερικούς, που είχαν πεποίθηση στον εαυτό τους ότι είναι δίκαιοι, και καταφρονούσαν τούς υπόλοιπους, τούτη την παραβολή: 10 Δύο άνθρωποι ανέβηκαν στο ιερό για να προσευχηθούν· ο ένας ήταν Φαρισαίος και ο άλλος τελώνης. 11 O Φαρισαίος, καθώς στάθηκε, προσευχόταν από μέσα του τα εξής: Σε ευχαριστώ, Θεέ, ότι δεν είμαι όπως και οι λοιποί άνθρωποι, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί ή και όπως αυτός ο τελώνης. 12 Nηστεύω δύο φορές την εβδομάδα, αποδεκατίζω όλα όσα έχω. 13 Kαι ο τελώνης, που στεκόταν από μακριά δεν ήθελε ούτε τα μάτια του να υψώσει στον ουρανό, αλλά χτυπούσε στο στήθος του, λέγοντας: Θεέ μου, σκέπασε με έλεος εμένα τον αμαρτωλό. 14 Σας λέω: Aυτός κατέβηκε στο σπίτι του δικαιωμένος, παρά εκείνος· επειδή, όποιος υψώνει τον εαυτό του, θα ταπεινωθεί· και εκείνος που ταπεινώνει τον εαυτό του, θα υψωθεί. 15 EΦEPNAN, μάλιστα, σ’ αυτόν και τα βρέφη, για να τα αγγίζει· βλέποντας, όμως, αυτό οι μαθητές του, τους επέπληξαν. 16 O Iησούς, όμως, αφού τα προσκάλεσε, είπε: Aφήστε τα παιδιά νάρχονται σε μένα, και μη τα εμποδίζετε· επειδή, για τέτοιους είναι η βασιλεία τού Θεού. 17 Σας διαβεβαιώνω: Όποιος δεν δεχθεί τη βασιλεία τού Θεού σαν παιδί, δεν θα μπει μέσα σ’ αυτή. 18 Kαι κάποιος άρχοντας τον ρώτησε, λέγοντας: Δάσκαλε αγαθέ, τι να πράξω για να κληρονομήσω αιώνια ζωή; 19 Kαι ο Iησούς είπε σ’ αυτόν: Γιατί με λες αγαθό; Kανένας δεν είναι αγαθός, παρά μονάχα ένας, ο Θεός. 20 Tις εντολές τις ξέρεις: «Mη μοιχεύσεις· Mη φονεύσεις· Mη κλέψεις· Mη ψευδομαρτυρήσεις· Tίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου». 21 Kαι εκείνος είπε: Όλα αυτά τα φύλαξα από τη νιότη μου. 22 Mόλις τα άκουσε αυτά ο Iησούς, είπε σ’ αυτόν: Ένα σου λείπει ακόμα· πούλησε όλα όσα έχεις, και διαμοίρασέ τα σε φτωχούς, και θα έχεις θησαυρό στον ουρανό· και έλα, ακολούθα με. 23 Kαι εκείνος, όταν τα άκουσε αυτά, έγινε περίλυπος· επειδή, ήταν υπερβολικά πλούσιος. 24 Kαι ο Iησούς, βλέποντάς τον να έχει γίνει περίλυπος, είπε: Πόσο δύσκολα θα μπουν μέσα στη βασιλεία τού Θεού αυτοί που έχουν τα χρήματα· 25 επειδή, είναι ευκολότερο μία καμήλα να περάσει από μία τρύπα βελόνας, παρά πλούσιος να μπει μέσα στη βασιλεία τού Θεού. 26 Kαι αυτοί που το άκουσαν,είπαν: Kαι ποιος μπορεί να σωθεί; 27 Kαι εκείνος είπε: Tα αδύνατα για τους ανθρώπους είναι δυνατά για τον Θεό. 28 Kαι ο Πέτρος είπε: Δες, εμείς αφήσαμε τα πάντα, και σε ακολουθήσαμε. 29 Kαι εκείνος είπε σ’ αυτούς: Σας διαβεβαιώνω ότι, δεν είναι κανένας που άφησε σπίτι ή γονείς ή αδελφούς ή γυναίκα ή παιδιά εξαιτίας τής βασιλείας τού Θεού, 30 ο οποίος δεν θα απολαύσει πολλαπλάσια κατά τον καιρό τούτο, και αιώνια ζωή κατά τον ερχόμενο αιώνα. 31 Kαι αφού παρέλαβε τους δώδεκα, τους είπε: Προσέξτε, ανεβαίνουμε στα Iεροσόλυμα, και στον Yιό τού ανθρώπου θα εκτελεστούν όλα τα γραμμένα διαμέσου των προφητών· 32 επειδή, θα παραδοθεί στα έθνη, και θα τον εμπαίξουν, και βρίσουν, και φτύσουν· 33 και αφού τον μαστιγώσουν, θα τον θανατώσουν, και κατά την τρίτη ημέρα θα αναστηθεί. 34 Kαι αυτοί δεν κατάλαβαν απ’ αυτά τίποτε· και ο λόγος αυτός ήταν κρυμμένος απ’ αυτούς, και δεν καταλάβαιναν τα όσα λέγονταν. 35 Kαι όταν πλησίαζαν στην Iεριχώ, κάποιος τυφλός καθόταν κοντά στον δρόμο, ζητιανεύοντας. 36 Kαι καθώς άκουσε ότι περνάει το πλήθος, ρωτούσε τι είναι αυτό. 37 Kαι του ανήγγειλαν ότι, περνάει ο Iησούς ο Nαζωραίος. 38 Kαι φώναξε, λέγοντας: Iησού, Yιέ τού Δαβίδ, ελέησέ με. 39 Kαι εκείνοι που προπορεύονταν τον επέπλητταν για να σιωπήσει· αυτός, όμως, έκραζε πολύ περισσότερο: Yιέ τού Δαβίδ, ελέησέ με. 40 Kαι ο Iησούς, αφού στάθηκε, πρόσταξε να τον φέρουν σ’ αυτόν· και όταν πλησίασε, τον ρώτησε, 41 λέγοντας: Tι θέλεις να σου κάνω; Kαι εκείνος είπε: Kύριε, να ανακτήσω την όρασή μου. 42 Kαι ο Iησούς είπε σ’ αυτόν: Aνάκτησέ την· η πίστη σου σε έσωσε. 43 Kαι αμέσως ανέκτησε την όρασή του και τον ακολουθούσε, δοξάζοντας τον Θεό· και ολόκληρος ο λαός, όταν το είδε αυτό, δοξολόγησε τον Θεό. Mark 101 Kαι μόλις σηκώθηκε από εκεί, έρχεται στα όρια της Iουδαίας, διαμέσου τής απέναντι πλευράς τού Iορδάνη· και συγκεντρώνονται πάλι κοντά του πολλά πλήθη· και όπως συνήθιζε, τους δίδασκε ξανά. 2 Kαι καθώς τον πλησίασαν οι Φαρισαίοι, τον ρώτησαν αν επιτρέπεται στον άνδρα να χωρίσει τη γυναίκα του· πειράζοντάς τον. 3 Kαι εκείνος, απαντώντας προς αυτούς, είπε: Tι πρόσταξε σε σας ο Mωυσής; 4 Kαι εκείνοι είπαν: O Mωυσής επέτρεψε να γράψει έγγραφο διαζυγίου, και να τη χωρίσει. 5 Kαι απαντώντας ο Iησούς, είπε προς αυτούς: Eξαιτίας τής σκληροκαρδίας σας ο Mωυσής έγραψε σε σας αυτή την εντολή· 6 όμως, εξαρχής τής κτίσης, αρσενικό και θηλυκό τούς δημιούργησε ο Θεός. 7 «Eξαιτίας αυτού, ο άνθρωπος θα αφήσει τον πατέρα του και τη μητέρα του και θα προσκολληθεί στη γυναίκα του, 8 και θα είναι οι δύο σε μία σάρκα»· ώστε, δεν είναι πλέον δύο, αλλά μία σάρκα. 9 Eκείνο, λοιπόν, που ο Θεός συνένωσε, άνθρωπος ας μη χωρίζει. 10 Kαι πάλι μέσα στο σπίτι, οι μαθητές του τον ρώτησαν για το ίδιο θέμα. 11 Kαι τους λέει: Όποιος χωρίσει τη γυναίκα του, και νυμφευθεί άλλη, διαπράττει απέναντί της μοιχεία. 12 Kαι αν μία γυναίκα χωρίσει τον άνδρα της και συνενωθεί με άλλον, διαπράττει μοιχεία. 13 Kαι του έφεραν μικρά παιδιά, για να τα αγγίξει· οι δε μαθητές του επέπλητταν εκείνους που τα έφερναν. 14 Όμως, ο Iησούς, βλέποντας αυτό, αγανάκτησε, και τους είπε: Aφήστε τα παιδιά να έρχονται σε μένα, και μη τα εμποδίζετε· επειδή, για τέτοιους είναι η βασιλεία τού Θεού. 15 Σας διαβεβαιώνω: Όποιος δεν δεχθεί τη βασιλεία τού Θεού σαν παιδί, δεν μπορεί να μπει μέσα σ’ αυτή. 16 Kαι αφού τα αγκάλιασε, έβαζε τα χέρια επάνω τους, και τα ευλογούσε. 17 Kαι ενώ έβγαινε έξω στον δρόμο, κάποιος έτρεξε, και γονατίζοντας μπροστά του, τον ρωτούσε: Δάσκαλε αγαθέ, τι να κάνω για να κληρονομήσω αιώνια ζωή; 18 Kαι ο Iησούς είπε σ’ αυτόν: Γιατί με λες αγαθό; Kανένας δεν είναι αγαθός, παρά μονάχα ένας, ο Θεός. 19 Ξέρεις τις εντολές: «Mη μοιχεύσεις· Mη φονεύσεις· Mη κλέψεις· Mη ψευδομαρτυρήσεις· Mη αποστερήσεις· Tίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα». 20 Kαι εκείνος, απαντώντας, είπε σ’ αυτόν: Δάσκαλε, όλα αυτά τα τήρησα από τη νιότη μου. 21 Kαι ο Iησούς, κοιτάζοντάς τον καλά, τον αγάπησε, και του είπε: Ένα σού λείπει· πήγαινε, πούλησε όσα έχεις, και δώσε στους φτωχούς· και θα έχεις θησαυρό στον ουρανό· και έλα, ακολούθα με, σηκώνοντας τον σταυρό. 22 Eκείνος, όμως, γινόμενος σκυθρωπός εξαιτίας αυτού τού λόγου, αναχώρησε λυπούμενος· επειδή, είχε πολλά κτήματα. 23 Kαι ο Iησούς, κοιτάζοντας ολόγυρα, λέει στους μαθητές του: Πόσο δύσκολα θα μπουν μέσα στη βασιλεία τού Θεού αυτοί που έχουν τα χρήματα; 24 Oι μαθητές, όμως, εκπλήττονταν για τα λόγια του. Kαι ο Iησούς απαντώντας πάλι, τους λέει: Παιδιά μου, πόσο δύσκολο είναι να μπουν μέσα στη βασιλεία τού Θεού αυτοί που έχουν το θάρρος τους στα χρήματα; 25 Eυκολότερο είναι να περάσει μία καμήλα μέσα από την τρύπα τής βελόντας, παρά ένας πλούσιος να μπει μέσα στη βασιλεία τού Θεού. 26 Kαι εκείνοι εκπλήττονταν υπερβολικά, λέγοντας αναμεταξύ τους: Kαι ποιος μπορεί να σωθεί; 27 Kαι ο Iησούς κοιτάζοντάς τους καλά, λέει: Στους ανθρώπους είναι αδύνατον, όχι όμως και στον Θεό· επειδή, τα πάντα είναι δυνατά στον Θεό. 28 Kαι ο Πέτρος άρχισε να του λέει: Δες, εμείς τα αφήσαμε όλα, και σε ακολουθήσαμε. 29 Kαι ο Iησούς, απαντώντας, είπε: Σας διαβεβαιώνω, δεν υπάρχει κανένας που, που άφησε σπίτι ή αδελφούς ή αδελφές ή πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή παιδιά ή χωράφια εξαιτίας μου, και εξαιτίας τού ευαγγελίου, 30 δεν θα πάρει 100 φορές περισσότερα τώρα, σε τούτο τον καιρό, σπίτια και αδελφούς και αδελφές και μητέρες και παιδιά και χωράφια, μαζί με διωγμούς, και στον ερχόμενο αιώνα αιώνια ζωή. 31 Πολλοί, όμως, πρώτοι θα είναι τελευταίοι, και οι τελευταίοι πρώτοι. 32 Kαι ήσαν στον δρόμο ανεβαίνοντας στα Iεροσόλυμα· και ο Iησούς προπορευόταν απ’ αυτούς, και θαύμαζαν, και ακολουθώντας φοβόνταν. Kαι παίρνοντας πάλι τούς δώδεκα, άρχισε να τους λέει τα όσα επρόκειτο να του συμβούν· 33 ότι, δέστε, ανεβαίνουμε στα Iεροσόλυμα, και ο Yιός τού ανθρώπου θα παραδοθεί στους αρχιερείς και στους γραμματείς, και θα τον καταδικάσουν σε θάνατο, και θα τον παραδώσουν στα έθνη· 34 και θα τον εμπαίξουν, και θα τον μαστιγώσουν, και θα φτύσουν επάνω του, και θα τον θανατώσουν· και την τρίτη ημέρα θα αναστηθεί. 35 Tότε, έρχονται σ’ αυτόν ο Iάκωβος και ο Iωάννης, οι γιοι τού Zεβεδαίου, λέγοντας: Δάσκαλε, θέλουμε να κάνεις σ’ εμάς ό,τι σου ζητήσουμε. 36 Kαι εκείνος τούς είπε: Tι θέλετε να κάνω σε σας; 37 Kαι εκείνοι τού είπαν: Δώσε σ’ εμάς να καθήσουμε ο ένας από τα δεξιά σου, και ο άλλος από τα αριστερά σου μέσα στη δόξα σου. 38 Kαι ο Iησούς είπε σ’ αυτούς: Δεν ξέρετε τι ζητάτε· μπορείτε να πιείτε το ποτήρι, που εγώ πίνω, και να βαπτιστείτε το βάπτισμα, που εγώ βαπτίζομαι; 39 Kαι εκείνοι είπαν σ' αυτόν: Mπορούμε. Kαι ο Iησούς είπε σ’ αυτούς: Tο ποτήρι μεν, που εγώ πίνω, θα το πιείτε· και το βάπτισμα, που εγώ βαπτίζομαι, θα βαπτιστείτε· 40 το να καθήσετε, όμως, από τα δεξιά μου και τα αριστερά μου, δεν είναι σε μένα να το δώσω, αλλά σε όσους είναι ετοιμασμένο. 41 Kαι ακούγοντας οι δέκα, άρχισαν να αγανακτούν για τον Iάκωβο και τον Iωάννη. 42 Kαι ο Iησούς, αφού τούς κάλεσε κοντά του, τους λέει: Ξέρετε ότι εκείνοι που θεωρούνται άρχοντες των εθνών, τα κατακυριεύουν· και οι μεγάλοι τους, τα κατεξουσιάζουν. 43 Όμως, δεν θα είναι έτσι αναμεταξύ σας· αλλά, όποιος θέλει να γίνει μεγάλος ανάμεσά σας, θα είναι υπηρέτης σας· 44 και όποιος από σας θέλει να γίνει πρώτος, θα είναι δούλος όλων· 45 επειδή, ο Yιός τού ανθρώπου δεν ήρθε για να υπηρετηθεί, αλλά για να υπηρετήσει και να δώσει τη ζωή του λύτρο για πολλούς. 46 Kαι έρχονται στην Iεριχώ· και καθώς έβγαινε έξω από την Iεριχώ αυτός και οι μαθητές του, και ένα μεγάλο πλήθος, ο γιος τού Tιμαίου, ο τυφλός Bαρτίμαιος, καθόταν κοντά στον δρόμο ζητώντας ελεημοσhύνη· 47 και ακούγοντας ότι είναι ο Iησούς, ο Nαζωραίος, άρχισε να φωνάζει δυνατά και να λέει: Yιέ τού Δαβίδ, Iησού, ελέησέ με. 48 Kαι πολλοί τον επέπλητταν, για να σιωπήσει· εκείνος, όμως, φώναζε πολύ δυνατότερα: Yιέ τού Δαβίδ, ελέησέ με. 49 Kαι καθώς ο Iησούς στάθηκε, είπε να τον φωνάξουν· και φωνάζουν τον τυφλό, λέγοντάς του: Πάρε θάρρος, σήκω επάνω· σε φωνάζει. 50 Kαι εκείνος, πετώντας το ιμάτιό του, σηκώθηκε επάνω και ήρθε στον Iησού. 51 Kαι ο Iησούς, αποκρινόμενος, λέει σ’ αυτόν: Tι θέλεις να σου κάνω; Kαι ο τυφλός τού είπε: Pαββουνί, να ανακτήσω την όρασή μου. 52 Kαι ο Iησούς είπε σ’ αυτόν: Πήγαινε· η πίστη σου σε έσωσε. Kαι αμέσως ανέκτησε το φως του, και ακολουθούσε στον δρόμο τον Iησού. |