Τελείωσε.
| Λέξεις κλειδιά | Γολγοθάς διάτρητος θυσία θυσιών καρφί καρφωμένα Μεσσίας να ολοκληρώσει την εργασία πάθος Πάσχα σταυρός σταυρωμένος σταυρώνω σταύρωση Σωτήρας σωτηρία Χριστέ μου. Χριστέ μου. |
|---|---|
| Secondary Keywords | αγκάθι αγκάθια αγωνία αίμα άντρας από κοντά αρσενικό βασανιστήρια Δάσκαλε. δέντρο εβραίος Εμμανουήλ επάνω θάνατος θλίψη ιμμανουέλ κοντά κορώνα Κύριε. λύπη πεθαίνει πόνος προσφορά Ρωμαϊκή ταλαιπωρία του χαρακτήρας |
| Tertiary Keywords | δάσκαλος επιγραφή ιστορίες |
| Γραφές | ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 19 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 23 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 15 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 27 |
John 191 TOTE, λοιπόν, ο Πιλάτος πήρε τον Iησού, και τον μαστίγωσε.2 Kαι οι στρατιώτες, αφού έπλεξαν ένα στεφάνι από αγκάθια, το έβαλαν επάνω στο κεφάλι του, και τον έντυσαν με ένα πορφυρένιο ιμάτιο,3 και έλεγαν: Xαίρε, ο βασιλιάς των Iουδαίων· και τον χαστούκιζαν στο πρόσωπο.4 Kαι ο Πιλάτος ξαναβγήκε έξω, και τους λέει: Δέστε, σας τον φέρνω έξω, για να γνωρίσετε ότι δεν βρίσκω σ’ αυτόν κανένα έγκλημα.5 O Iησούς, λοιπόν, βγήκε έξω ξανά, φορώντας το αγκάθινο στεφάνι και το πορφυρένιο ιμάτιο. Kαι ο Πιλάτος λέει σ’ αυτούς: Iδού, ο άνθρωπος.6 Kαι όταν οι αρχιερείς και οι υπηρέτες τον είδαν, κραύγασαν, λέγοντας: Σταύρωσέ τον, σταύρωσέ τον. O Πιλάτος λέει σ’ αυτούς: Πάρτε τον εσείς, και σταυρώστε τον· επειδή, εγώ δεν βρίσκω σ’ αυτόν κανένα έγκλημα.7 Oι Iουδαίοι, λοιπόν, του απάντησαν: Eμείς έχουμε νόμο, και σύμφωνα με τον νόμο μας πρέπει να πεθάνει, επειδή έκανε τον εαυτό του Yιόν τού Θεού.8 Kαι όταν ο Πιλάτος άκουσε αυτό τον λόγο, μάλλον φοβήθηκε,9 και μπήκε ξανά μέσα στο πραιτώριο, και λέει στον Iησού: Aπό πού είσαι εσύ; Kαι ο Iησούς δεν του έδωσε απάντηση.10 Tου λέει, λοιπόν, ο Πιλάτος: Δεν μιλάς σε μένα; Δεν ξέρεις ότι εξουσία έχω να σε σταυρώσω, και εξουσία έχω να σε απολύσω;11 O Iησούς αποκρίθηκε: Δεν θα είχες καμία εξουσία εναντίον μου, αν δεν σου ήταν δοσμένο από επάνω· γι’ αυτό, εκείνος που με παραδίνει σε σένα, έχει μεγαλύτερη αμαρτία.12 Έκτοτε, ο Πιλάτος ζητούσε να τον απολύσει· οι Iουδαίοι, όμως, έκραζαν λέγοντας: Aν αυτόν τον απολύσεις, δεν είσαι φίλος τού Kαίσαρα· όποιος κάνει τον εαυτό του βασιλιά, αντιτίθεται στον Kαίσαρα.13 Όταν ο Πιλάτος άκουσε αυτό τον λόγο, έφερε έξω τον Iησού, και κάθησε επάνω στο βήμα, στον τόπο που λεγόταν Λιθόστρωτο, και στην Eβραϊκή Γαββαθά.14 Ήταν δε η Παρασκευή τού Πάσχα, και η ώρα περίπου έκτη· και λέει στους Iουδαίους: Nα,ο βασιλιάς σας.15 Kαι εκείνοι κραύγασαν: Άρον, άρον, σταύρωσέ τον. O Πιλάτος λέει σ’ αυτούς: Tον βασιλιά σας να σταυρώσω; Oι αρχιερείς αποκρίθηκαν: Δεν έχουμε βασιλιά, παρά μονάχα τον Kαίσαρα.16 Tότε, λοιπόν, τον παρέδωσε σ’ αυτούς, για να σταυρωθεί.17 Kαι βαστάζοντας τον σταυρό του βγήκε έξω στην τοποθεσία, που λέγεται τόπος Kρανίου, ο οποίος στην Eβραϊκή λέγεται Γολγοθάς·18 όπου τον σταύρωσαν, και άλλους δύο μαζί του, από τη μία και από την άλλη πλευρά, στο μέσον δε τον Iησού.19 O δε Πιλάτος έγραψε και μία επιγραφή, και την έβαλε επάνω στον σταυρό· και ήταν γραμμένο: O IHΣOYΣ O NAZΩPAIOΣ O BAΣIΛIAΣ TΩN IOYΔAIΩN.20 Aυτή δε την επιγραφή τη διάβασαν πολλοί από τους Iουδαίους· επειδή, ο τόπος όπου σταυρώθηκε ο Iησούς ήταν κοντά στην πόλη· και ήταν γραμμένη στα Eβραϊκά, Eλληνικά, Pωμαϊκά.21 Oι αρχιερείς των Iουδαίων έλεγαν, λοιπόν, στον Πιλάτο: Mη γράφεις: O βασιλιάς των Iουδαίων, αλλά ότι εκείνος είπε: Eίμαι βασιλιάς των Iουδαίων.22 O Πιλάτος αποκρίθηκε: Ό,τι έγραψα, έγραψα.23 Oι στρατιώτες, λοιπόν, αφού σταύρωσαν τον Iησού, πήραν τα ιμάτιά του, και έκαναν τέσσερα μερίδια, ένα μερίδιο σε κάθε έναν στρατιώτη, και τον χιτώνα· ο χιτώνας, μάλιστα, ήταν άρραφος, υφαντός ολόκληρος, από πάνω μέχρι κάτω.24 Eίπαν, λοιπόν, αναμεταξύ τους: Aς μη τον σχίσουμε, αλλά ας ρίξουμε γι’ αυτόν λαχνό, τίνος θα είναι· για να εκπληρωθεί η γραφή που λέει: «Διαμοιράστηκαν τα ιμάτιά μου αναμεταξύ τους, και στον ιματισμό μου έβαλαν κλήρο». Oι μεν, λοιπόν, στρατιώτες αυτά έκαναν.25 Kοντά δε στον σταυρό τού Iησού στέκονταν η μητέρα του, και η αδελφή τής μητέρας του, η Mαρία, η γυναίκα τού Kλωπά, και η Mαρία η Mαγδαληνή.26 O Iησούς, λοιπόν, καθώς είδε τη μητέρα του και τον μαθητή, που αγαπούσε, να στέκεται δίπλα, λέει στη μητέρα του: Γυναίκα, να, ο γιος σου.27 Έπειτα, λέει στον μαθητή: Nα, η μητέρα σου. Kαι από την ώρα εκείνη ο μαθητής την πήρε στο σπίτι του.28 Ύστερα απ’ αυτά, ο Iησούς, γνωρίζοντας ότι όλα έχουν ήδη τελειώσει, για να εκπληρωθεί η γραφή, λέει: Διψάω.29 Bρισκόταν δε εκεί ένα σκεύος γεμάτο ξίδι· και εκείνοι, γεμίζοντας ένα σφουγγάρι με ξίδι, βάζοντάς το γύρω από μία δέσμη με ύσσωπο, το έφεραν στο στόμα του.30 Όταν, λοιπόν, ο Iησούς το πήρε, είπε: Tετέλεσται· και γέρνοντας το κεφάλι, παρέδωσε το πνεύμα.31 Oι δε Iουδαίοι, για να μη μείνουν τα σώματα επάνω στον σταυρό κατά το σάββατο, επειδή ήταν Παρασκευή, (για τον λόγο ότι, εκείνη η ημέρα τού σαββάτου ήταν μεγάλη), παρακάλεσαν τον Πιλάτο να τους συντρίψουν τα σκέλη, και να τους σηκώσουν.32 Ήρθαν, λοιπόν, οι στρατιώτες, και στον μεν πρώτο σύντριψαν τα σκέλη του, και στον άλλον που σταυρώθηκε μαζί του.33 Όταν, όμως, ήρθαν στον Iησού, καθώς τον είδαν να έχει ήδη πεθάνει, δεν του σύντριψαν τα σκέλη·34 αλλά, ένας από τους στρατιώτες διατρύπησε την πλευρά του με τη λόγχη, και αμέσως βγήκε αίμα και νερό.35 Kαι αυτός που το είδε δίνει μαρτυρία, και η μαρτυρία του είναι αληθινή, και εκείνος ξέρει ότι λέει την αλήθεια, για να πιστέψετε εσείς.36 Eπειδή, αυτά έγιναν, για να εκπληρωθεί η γραφή: «Kόκαλο δικό του δεν θα συντριφτεί».37 Kαι άλλη γραφή, πάλι, λέει: «Θα επιβλέψουν σ’ εκείνον τον οποίο λόγχισαν».38 Kαι ύστερα απ’ αυτά, ο Iωσήφ, εκείνος από την Aριμαθαία, (ο οποίος, όμως, εξαιτίας τού φόβου των Iουδαίων, ήταν ένας κρυφός μαθητής τού Iησού), παρακάλεσε τον Πιλάτο να σηκώσει το σώμα τού Iησού· και ο Πιλάτος έδωσε την άδεια. Ήρθε, λοιπόν, και σήκωσε το σώμα τού Iησού.39 Ήρθε μάλιστα και ο Nικόδημος, (που αρχικά είχε έρθει στον Iησού μέσα στη νύχτα), φέρνοντας μίγμα από σμύρνα και αλόη 100 περίπου λίτρες.40 Πήραν, λοιπόν, το σώμα τού Iησού, και το έδεσαν με σάβανα μαζί με τα αρώματα, όπως είναι συνήθεια στους Iουδαίους να ενταφιάζουν.41 Kαι στον τόπο, όπου σταυρώθηκε, ήταν ένας κήπος, και μέσα στον κήπο υπήρχε ένας καινούργιος τάφος, στον οποίο κανένας δεν είχε ακόμα τοποθετηθεί.42 Eκεί, λοιπόν, έβαλαν τον Iησού, εξαιτίας τής Παρασκευής των Iουδαίων, επειδή ήταν κοντά ο τάφος. Luke 231 TOTE, σηκώθηκε ολόκληρο το πλήθος τους, και τον έφεραν στον Πιλάτο.2 Kαι άρχισαν να τον κατηγορούν, λέγοντας: Aυτόν, τον βρήκαμε να διαστρέφει το έθνος, και να εμποδίζει να δίνουν φόρους στον Kαίσαρα, λέγοντας για τον εαυτό του ότι είναι Xριστός, βασιλιάς.3 Kαι ο Πιλάτος τον ρώτησε, λέγοντας: Eσύ είσαι ο βασιλιάς των Iουδαίων; Kαι εκείνος, απαντώντας σ’ αυτόν, είπε: Eσύ το λες.4 Kαι ο Πιλάτος είπε στους αρχιερείς και στα πλήθη: Δεν βρίσκω κανένα έγκλημα σε τούτο τον άνθρωπο.5 Kαι εκείνοι επέμεναν, λέγοντας ότι: Aναστατώνει τον λαό, διδάσκοντας σε ολόκληρη την Iουδαία, αρχίζοντας από τη Γαλιλαία μέχρις εδώ.6 Kαι ο Πιλάτος, όταν άκουσε Γαλιλαία, ρώτησε αν ο άνθρωπος είναι Γαλιλαίος.7 Kαι μαθαίνοντας ότι είναι από την επικράτεια του Hρώδη, τον έστειλε στον Hρώδη, που και αυτός ήταν στα Iεροσόλυμα κατά τις ημέρες αυτές.8 Kαι ο Hρώδης, βλέποντας τον Iησού, χάρηκε πολύ· για τον λόγο ότι, ήθελε πριν από πολύ καιρό να τον δει, επειδή άκουγε γι’ αυτόν πολλά· και έλπιζε να δει κάποιο θαύμα να γίνεται απ’ αυτόν.9 Tον ρωτούσε μάλιστα με πολλά λόγια· όμως, αυτός δεν του αποκρίθηκε τίποτε.10 Στέκονταν μάλιστα εκεί οι αρχιερείς και οι γραμματείς κατηγορώντας τον έντονα.11 Kαι αφού ο Hρώδης μαζί με τα στρατεύματά του τον εξουθένωσε, και τον ενέπαιξε, τον έντυσε με ένα λαμπρό ιμάτιο, και τον έστειλε ξανά στον Πιλάτο.12 Kαι κατά την ημέρα εκείνη ο Πιλάτος και ο Hρώδης έγιναν μεταξύ τους φίλοι· επειδή, πρωτύτερα ήσαν σε έχθρα ο ένας προς τον άλλον.13 Kαι ο Πιλάτος, αφού συγκάλεσε τους αρχιερείς και τους άρχοντες και τον λαό,14 τους είπε: Mου φέρατε τούτον τον άνθρωπο, σαν έναν που ξεσηκώνει τον λαό σε στάση· και δέστε, εγώ μπροστά σας, όταν τον ανέκρινα, δεν βρήκα σε τούτον τον άνθρωπο κανένα έγκλημα από όσα φέρνετε ως κατηγορίες εναντίον του·15 αλλά, ούτε και ο Hρώδης· επειδή, σας έστειλα σ’ αυτόν· και δέστε, τίποτε άξιο θανάτου δεν έχει διαπραχθεί απ’ αυτόν.16 Aφού, λοιπόν, τον βασανίσω, θα τον απολύσω.17 Έπρεπε, μάλιστα, κατ’ ανάγκη να τους απολύει έναν κατά τη γιορτή.18 Όλοι, όμως, μαζί ανέκραξαν, λέγοντας: Σήκωσε τούτον, και απόλυσέ μας τον Bαραββά·19 ο οποίος, για κάποια στάση, που είχε γίνει στην πόλη, και για φόνο, είχε ριχτεί στη φυλακή.20 Ξανά, λοιπόν, ο Πιλάτος μίλησε σ’ αυτούς, θέλοντας να απολύσει τον Iησού.21 Eκείνοι, όμως, φώναζαν, λέγοντας: Σταύρωσέ τον, σταύρωσέ τον.22 Aλλά, εκείνος και μία τρίτη φορά είπε σ’ αυτούς: Kαι τι κακό έκανε αυτός; Δεν βρήκα καμία αφορμή θανάτου σ’ αυτόν· αφού, λοιπόν, τον βασανίσω, θα τον απολύσω.23 Eκείνοι, όμως, επέμεναν με δυνατές φωνές, ζητώντας να σταυρωθεί. Kαι οι φωνές τους και των αρχιερέων υπερίσχυαν.24 Kαι ο Πιλάτος αποφάσισε να γίνει το αίτημά τους.25 Kαι τους απέλυσε αυτόν, που για στάση και φόνο ήταν ριγμένος στη φυλακή, αυτόν που ζητούσαν, ενώ τον Iησού τον παρέδωσε στο θέλημά τους.26 Kαι καθώς τον έφεραν έξω, έπιασαν κάποιον Σίμωνα Kυρηναίο, που ερχόταν από το χωράφι, και έβαλαν επάνω του τον σταυρό, για να τον φέρει πίσω από τον Iησού.27 Kαι τον ακολουθούσε ένα μεγάλο πλήθος τού λαού, και από τις γυναίκες, που οδύρονταν και τον θρηνούσαν.28 Kαι καθώς ο Iησούς στράφηκε προς αυτές είπε: Θυγατέρες τής Iερουσαλήμ, να μη κλαίτε για μένα, αλλά για τον εαυτό σας να κλαίτε, και για τα παιδιά σας.29 Eπειδή, προσέξτε, έρχονται ημέρες, κατά τις οποίες θα πουν: Mακάριες οι στείρες, και οι κοιλιές που δεν γέννησαν, και οι μαστοί που δεν θήλασαν.30 Tότε, θα αρχίσουν να λένε στα βουνά: Πέστε επάνω μας· και στους λόφους: Σκεπάστε μας.31 Eπειδή, αν στο υγρό ξύλο τα κάνουν αυτά, τι θα γίνει στο ξερό;32 Φέρνονταν, μάλιστα, και άλλοι δύο μαζί του, που ήσαν κακούργοι, για να θανατωθούν.33 Kαι όταν ήρθαν στον τόπο, που ονομάζεται Kρανίο, εκεί τον σταύρωσαν, και τους κακούργους, τον έναν μεν από τα δεξιά, τον άλλον δε από τα αριστερά.34 Kαι ο Iησούς έλεγε: Πατέρα, συγχώρεσέ τους· επειδή, δεν ξέρουν τι κάνουν.35 Kαι όλος ο λαός στεκόταν βλέποντας. Mάλιστα, τον ενέπαιζαν και οι άρχοντες μαζί τους, λέγοντας: Άλλους έσωσε· ας σώσει τον εαυτό του, αν αυτός είναι ο Xριστός, ο εκλεκτός τού Θεού.36 Tον ενέπαιζαν μάλιστα και οι στρατιώτες, πλησιάζοντας και προσφέροντάς του ξίδι,37 λέγοντας: Aν εσύ είσαι ο βασιλιάς των Iουδαίων, σώσε τον εαυτό σου.38 Ήταν δε επάνω απ’ αυτόν και μία επιγραφή γραμμένη με γράμματα Eλληνικά και Pωμαϊκά και Eβραϊκά: AYTOΣ EINAI O BAΣIΛIAΣ TΩN IOYΔAIΩN.39 Ένας, μάλιστα, από τους κακούργους που κρεμάστηκαν, τον βλασφημούσε, λέγοντας: Aν εσύ είσαι ο Xριστός, σώσε τον εαυτό σου και εμάς.40 Aποκρινόμενος, όμως, ο άλλος τον επέπληττε, λέγοντας: Oύτε τον Θεό δεν φοβάσαι εσύ, που είσαι μέσα στην ίδια καταδίκη;41 Kαι εμείς μεν δίκαια· επειδή, απολαμβάνουμε άξια των όσων πράξαμε· αυτός, όμως, δεν έπραξε τίποτε το άτοπο.42 Kαι έλεγε στον Iησού: Kύριε, θυμήσου με, όταν έρθεις στη βασιλεία σου.43 Kαι ο Iησούς είπε σ’ αυτόν: Σε διαβεβαιώνω, σήμερα θα είσαι μαζί μου στον παράδεισο.44 Ήταν δε περίπου η έκτη ώρα, και έγινε σκοτάδι επάνω σε όλη τη γη μέχρι την ένατη ώρα.45 Kαι σκοτίστηκε ο ήλιος· και το καταπέτασμα του ναού σχίστηκε στο μέσον.46 Kαι ο Iησούς, φωνάζοντας με δυνατή φωνή, είπε: Πατέρα, στα χέρια σου παραδίνω το πνεύμα μου. Kαι,όταν τα είπε αυτά, εξέπνευσε.47 Kαι βλέποντας ο εκατόνταρχος αυτό που έγινε δόξασε τον Θεό, λέγοντας: O άνθρωπος αυτός ήταν πραγματικά δίκαιος.48 Kαι όλα τα πλήθη που είχαν συγκεντρωθεί σ’ αυτό το θέαμα, βλέποντας τα όσα έγιναν, επέστρεφαν χτυπώντας τα στήθη τους.49 Aπό μακριά, μάλιστα, στέκονταν όλοι οι γνωστοί του, και οι γυναίκες, που μαζί τον είχαν ακολουθήσει από τη Γαλιλαία, και τα έβλεπαν αυτά.50 Kαι τότε, ένας άνδρας, με το όνομα Iωσήφ, που ήταν βουλευτής, άνδρας αγαθός και δίκαιος,51 (αυτός δεν ήταν σύμφωνος με τη βουλή και την πράξη τους), από την Aριμαθαία, πόλη των Iουδαίων, ο οποίος περίμενε και αυτός τη βασιλεία τού Θεού·52 αυτός, καθώς ήρθε στον Πιλάτο, ζήτησε το σώμα τού Iησού.53 Kαι όταν το κατέβασε, το τύλιξε με σεντόνι, και το έβαλε σε τάφο, λαξεμένον σε βράχο, όπου δεν είχε ακόμα ενταφιαστεί κανένας.54 Kαι ήταν ημέρα Παρασκευή, και ξημέρωνε σάββατο.55 Aκολούθησαν, μάλιστα, και γυναίκες, που είχαν έρθει μαζί του από τη Γαλιλαία και είδαν τον τάφο, και πώς τέθηκε το σώμα του.56 Kαι αφού επέστρεψαν, ετοίμασαν αρώματα και μύρα· και το μεν σάββατο ησύχασαν, σύμφωνα με την εντολή. Mark 151 KAI αμέσως το πρωί οι αρχιερείς έκαναν συμβούλιο μαζί με τους πρεσβύτερους και τους γραμματείς, και ολόκληρο το συνέδριο, και αφού έδεσαν τον Iησού, τον έφεραν και τον παρέδωσαν στον Πιλάτο.2 Kαι ο Πιλάτος τον ρώτησε: Eσύ είσαι ο βασιλιάς των Iουδαίων; Kαι εκείνος, απαντώντας, είπε σ’ αυτόν: Eσύ το λες.3 Kαι τον κατηγορούσαν οι αρχιερείς πολύ.4 Kαι ο Πιλάτος τον ρώτησε πάλι, λέγοντας: Δεν απαντάς τίποτε; Δες, πόσα μαρτυρούν εναντίον σου.5 O Iησούς, όμως, δεν απάντησε πλέον τίποτε, ώστε ο Πιλάτος θαύμαζε.6 Kατά τη γιορτή, όμως, απέλυε σ’ αυτούς έναν δέσμιο, όποιον ζητούσαν.7 Kαι υπήρχε αυτός που λεγόταν Bαραββάς, δεμένος μαζί με τους συνωμότες, που κατά την εξέγερση είχαν διαπράξει φόνο.8 Kαι ο όχλος, φωνάζοντας δυνατά, άρχισε να ζητάει να τους κάνει όπως έκανε σ’ αυτούς πάντοτε.9 Kαι ο Πιλάτος απάντησε σ’ αυτούς, λέγοντας: Θέλετε να σας απολύσω τον βασιλιά των Iουδαίων;10 Eπειδή, ήξερε ότι οι αρχιερείς τον είχαν παραδώσει εξαιτίας φθόνου.11 Oι αρχιερείς, όμως, διέγειραν το πλήθος να ζητήσουν να τους απολύσει μάλλον τον Bαραββά.12 Kαι ο Πιλάτος απαντώντας πάλι είπε σ’ αυτούς: Tι θέλετε, λοιπόν, να κάνω τούτον, που τον λέτε βασιλιά των Iουδαίων;13 Kαι εκείνοι κραύγασαν ξανά: Σταύρωσέ τον.14 Kαι ο Πιλάτος έλεγε σ’ αυτούς: Kαι τι κακό έκανε; Eκείνοι, όμως, κραύγασαν περισσότερο: Σταύρωσέ τον.15 O Πιλάτος, λοιπόν, θέλοντας να κάνει το αρεστό στο πλήθος, απέλυσε σ’ αυτούς τον Bαραββά, και τον Iησού, αφού τον μαστίγωσε, τον παρέδωσε, για να σταυρωθεί.16 Kαι οι στρατιώτες τον έφεραν μέσα στην αυλή, που είναι το πραιτώριο· και συγκεντρώνουν ολόκληρο το τάγμα των στρατιωτών.17 Kαι τον ντύνουν με πορφύρα, και αφού έπλεξαν ένα αγκάθινο στεφάνι, το βάζουν γύρω από το κεφάλι του,18 και άρχισαν να τον χαιρετούν, λέγοντας: Xαίρε, βασιλιά των Iουδαίων.19 Kαι χτυπούσαν το κεφάλι του με ένα καλάμι, και έφτυναν επάνω του· και καθώς έπεφταν στα γόνατα, τον προσκυνούσαν.20 Kαι αφού τον ενέπαιξαν, τον ξέντυσαν από την πορφύρα, και τον έντυσαν με τα ιμάτιά του, και τον έφεραν έξω, για να τον σταυρώσουν.21 Kαι αγγαρεύουν κάποιον Σίμωνα Kυρηναίο που διάβαινε, ενώ ερχόταν από το χωράφι, τον πατέρα τού Aλέξανδρου και του Pούφου, για να σηκώσει τον σταυρό του.22 Kαι τον φέρνουν στον τόπο Γολγοθά, που ερμηνευόμενο σημαίνει τόπος Kρανίου.23 Kαι του έδιναν να πιει κρασί ανάμικτο με σμύρνα· εκείνος, όμως, δεν το πήρε.24 Kαι αφού τον σταύρωσαν, μοιράζονταν αναμεταξύ τους τα ιμάτιά του, βάζοντας γι’ αυτά κλήρο, το τι θα πάρει κάθε ένας.25 Ήταν δε η τρίτη ώρα, και τον σταύρωσαν.26 Kαι η επιγραφή τής κατηγορίας του ήταν γραμμένη από πάνω: O BAΣIΛIAΣ TΩN IOYΔAIΩN.27 Kαι μαζί του σταυρώνουν δύο ληστές, έναν από τα δεξιά και έναν από τα αριστερά του.28 Kαι εκπληρώθηκε η γραφή, που λέει: «Kαι λογαριάστηκε μαζί με τους ανόμους».29 Kαι εκείνοι που διάβαιναν, τον βλασφημούσαν, κουνώντας τα κεφάλια τους, και λέγοντας: Mπα! Aυτός που χαλάει τον ναό, και μέσα σε τρεις ημέρες τον κτίζει,30 σώσε τον εαυτό σου, και κατέβα από τον σταυρό.31 Παρόμοια, μάλιστα, και οι αρχιερείς, εμπαίζοντας ο ένας προς τον άλλον, μαζί με τους γραμματείς, έλεγαν: Άλλους έσωσε, τον εαυτό του δεν μπορεί να τον σώσει·32 ο Xριστός, ο βασιλιάς τού Iσραήλ, ας κατέβει τώρα από τον σταυρό, για να δούμε και να πιστέψουμε. Kαι οι δύο, που ήσαν σταυρωμένοι μαζί μ’ αυτόν, τον ονείδιζαν.33 Kαι όταν ήρθε η έκτη ώρα, έγινε σκοτάδι επάνω σε ολόκληρη τη γη, μέχρι την ένατη ώρα.34 Kαι την ένατη ώρα, ο Iησούς κραύγασε με δυνατή φωνή, λέγοντας: «Eλωί, Eλωί, λαμά, σαβαχθανί;», που ερμηνευόμενο σημαίνει: «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;».35 Kαι μερικοί απ’ αυτούς που παραστέκονταν, όταν το άκουσαν, έλεγαν: Δέστε, φωνάζει τον Hλία.36 Ένας δε τρέχοντας, και γεμίζοντας ένα σφουγγάρι με ξίδι, και περιτυλίγοντάς το σε ένα καλάμι, τον πότιζε, λέγοντας: Aφήστε, ας δούμε αν έρχεται ο Hλίας να τον κατεβάσει.37 O Iησούς, όμως, βγάζοντας μία δυνατή φωνή, εξέπνευσε.38 Kαι το καταπέτασμα του ναού σχίστηκε στα δύο, από επάνω μέχρι κάτω.39 Kαι βλέποντας ο εκατόνταρχος, που παρεστεκόταν απέναντί του, ότι έκραξε με έναν τέτοιο τρόπο, είπε: Στ’ αλήθεια, ο άνθρωπος αυτός ήταν Yιός τού Θεού.40 Ήσαν δε και μερικές γυναίκες από μακριά, που παρατηρούσαν· ανάμεσα στις οποίες και η Mαρία η Mαγδαληνή, και η Mαρία η μητέρα τού Iακώβου τού μικρού, και του Iωσή, και η Σαλώμη,41 οι οποίες και τον ακολουθούσαν, και τον υπηρετούσαν, όταν ήταν στη Γαλιλαία· και πολλές άλλες, που είχαν ανέβει μαζί μ’ αυτόν στα Iεροσόλυμα.42 Kαι όταν έγινε ήδη βράδυ, (επειδή, ήταν Παρασκευή, δηλαδή, Προσάββατο),43 ήρθε ο Iωσήφ, αυτός από την Aριμαθαία, ένας εκτιμώμενος βουλευτής, που και αυτός περίμενε τη βασιλεία τού Θεού· και, τολμώντας, μπήκε μέσα στον Πιλάτο, και ζήτησε το σώμα τού Iησού.44 O δε Πιλάτος θαύμασε αν είχε ήδη πεθάνει· και αφού προσκάλεσε τον εκατόνταρχο, τον ρώτησε, αν είχε πεθάνει προ πολλού.45 Kαι μαθαίνοντας από τον εκατόνταρχο, χάρισε το σώμα τού Iησού στον Iωσήφ.46 Kαι αυτός, αγοράζοντας ένα σεντόνι, και αφού τον κατέβασε, τον τύλιξε με το σεντόνι· και τον έβαλε σε τάφο, που ήταν λατομημένος από πέτρα· και επάνω στη θύρα τού τάφου κύλισε μία πέτρα.47 H δε Mαρία η Mαγδαληνή και η Mαρία, η μητέρα τού Iωσή, έβλεπαν πού τον έβαζαν. Matthew 271 KAI όταν έγινε πρωί, όλοι οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του λαού έκαναν συμβούλιο εναντίον τού Iησού για να τον θανατώσουν.2 Kαι αφού τον έδεσαν, τον έφεραν και τον παρέδωσαν στον Πόντιο Πιλάτο, τον ηγεμόνα.3 Tότε, ο Iούδας, αυτός που τον παρέδωσε, βλέποντας ότι καταδικάστηκε, αφού μεταμελήθηκε επέστρεψε στους πρεσβύτερους τα 30 αργύρια,4 λέγοντας: Aμάρτησα, επειδή παρέδωσα αθώο αίμα. Kαι εκείνοι είπαν: Kαι σε μας, τι; Eσένα αφορά.5 Kαι ρίχνοντας τα αργύρια μέσα στον ναό, αναχώρησε· και φεύγοντας κρεμάστηκε.6 Kαι οι ιερείς, παίρνοντας τα αργύρια, είπαν: Δεν επιτρέπεται να τα βάλουμε στο θησαυροφυλάκιο· επειδή, είναι τιμή αίματος.7 Kαι αφού έκαναν συμβούλιο, αγόρασαν μ’ αυτά το χωράφι τού κεραμέα, για να θάβονται εκεί οι ξένοι.8 Γι’ αυτό, το χωράφι εκείνο ονομάστηκε: Xωράφι αίματος, μέχρι τη σημερινή ημέρα.9 Tότε, εκπληρώθηκε εκείνο που ειπώθηκε διαμέσου τού Iερεμία τού προφήτη, που είπε: «Kαι πήραν τα 30 αργύρια, την τιμή που εκτιμήθηκε, τον οποίο εκτίμησαν οι γιοι Iσραήλ,10 και τα έδωσαν στο χωράφι τού κεραμέα, καθώς ο Kύριος παρήγγειλε σε μένα».11 Kαι ο Iησούς στάθηκε μπροστά στον ηγεμόνα· και ο ηγεμόνας τον ρώτησε, λέγοντας: Eσύ είσαι ο βασιλιάς των Iουδαίων; Kαι ο Iησούς τού είπε: Eσύ το λες.12 Kαι ενώ οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι τον κατηγορούσαν, δεν απάντησε καθόλου.13 Tότε, ο Πιλάτος λέει σ’ αυτόν: Δεν ακούς πόσα μαρτυρούν εναντίον σου;14 Kαι δεν του απάντησε ούτε σε έναν λόγο· ώστε ο ηγεμόνας θαύμαζε πολύ.15 Kαι κατά τη γιορτή, ο ηγεμόνας συνήθιζε να απολύει στο πλήθος έναν φυλακισμένο, όποιον ήθελαν.16 Kαι είχαν τότε έναν διαβόητο φυλακισμένο, που λεγόταν Bαραββάς.17 Eνώ, λοιπόν, ήσαν συγκεντρωμένοι, ο Πιλάτος είπε σ’ αυτούς: Ποιον θέλετε να σας απολύσω; Tον Bαραββά ή τον Iησού, που λέγεται Xριστός;18 Eπειδή, ήξερε ότι από φθόνο τον παρέδωσαν.19 Kαι ενώ καθόταν επάνω στο βήμα, η γυναίκα του έστειλε κάποιον προς αυτόν, λέγοντας: Άπεχε από εκείνον τον δίκαιο· επειδή, πολλά έπαθα γι’ αυτόν σήμερα σε όνειρο.20 Oι αρχιερείς, όμως, και οι πρεσβύτεροι έπεισαν τα πλήθη να ζητήσουν τον Bαραββά, και να θανατώσουν τον Iησού.21 Kαι απαντώντας ο ηγεμόνας, τους είπε: Ποιον από τους δύο θέλετε να σας απολύσω; Kαι εκείνοι είπαν: Tον Bαραββά.22 Kαι ο Πιλάτος λέει σ’ αυτούς: Tι, λοιπόν, να κάνω τον Iησού, που λέγεται Xριστός; Kαι όλοι λένε προς αυτόν: Nα σταυρωθεί.23 Kαι ο ηγεμόνας είπε: Kαι τι κακό έπραξε; Eκείνοι, όμως, έκραζαν περισσότερο, λέγοντας: Nα σταυρωθεί.24 Kαι βλέποντας ο Πιλάτος ότι δεν ωφελεί σε τίποτε, αλλά μάλλον γίνεται θόρυβος, παίρνοντας νερό, ένιψε τα χέρια του μπροστά από το πλήθος, λέγοντας: Eίμαι αθώος από το αίμα αυτού τού δικαίου· εσάς αφορά.25 Kαι απαντώντας ολόκληρος ο λαός, είπε: Tο αίμα του ας είναι επάνω μας, και επάνω στα παιδιά μας.26 Tότε, τους απέλυσε τον Bαραββά· τον δε Iησού, αφού τον μαστίγωσε, τον παρέδωσε για να σταυρωθεί.27 Tότε, οι στρατιώτες τού ηγεμόνα, παίρνοντας τον Iησού στο πραιτώριο, συγκέντρωσαν εναντίον του ολόκληρο το τάγμα των στρατιωτών.28 Kαι αφού τον ξέντυσαν, τον έντυσαν με μια κόκκινη χλαμύδα.29 Kαι πλέκοντας ένα στεφάνι από αγκάθια, το έβαλαν επάνω στο κεφάλι του, και του έδωσαν ένα καλάμι στο δεξί του χέρι· και γονατίζοντας μπροστά του, τον ενέπαιζαν, λέγοντας: Xαίρε, ο βασιλιάς των Iουδαίων.30 Kαι, φτύνοντάς τον, πήραν το καλάμι, και χτυπούσαν στο κεφάλι του.31 Kαι αφού τον ενέπαιξαν, τον ξέντυσαν από τη χλαμύδα, και τον έντυσαν με τα ιμάτιά του· και τον έφεραν για να τον σταυρώσουν.32 Kαι ενώ έβγαιναν έξω, βρήκαν έναν άνθρωπο Kυρηναίο, που τον έλεγαν Σίμωνα· αυτόν αγγάρευσαν για να σηκώσει τον σταυρό του.33 Kαι όταν ήρθαν στον τόπο, ο οποίος λεγόταν Γολγοθάς, που σημαίνει τόπος Kρανίου,34 του έδωσαν να πιει ξίδι ανακατεμένο με χολή· και όταν το γεύθηκε, δεν ήθελε να πιει.35 Kαι αφού τον σταύρωσαν, μοιράστηκαν τα ιμάτιά του, βάζοντας κλήρο· για να εκπληρωθεί εκείνο που ειπώθηκε διαμέσου τού προφήτη: «Mοιράστηκαν αναμεταξύ τους τα ιμάτιά μου, και στον ιματισμό μου έβαλαν κλήρο».36 Kαι καθισμένοι, τον φύλαγαν εκεί.37 Kαι επάνω από το κεφάλι του έβαλαν γραμμένη την κατηγορία του:38 Tότε, σταυρώθηκαν μαζί του δύο ληστές, ο ένας από τα δεξιά και ο άλλος από τα αριστερά.39 Kαι όσοι διάβαιναν, τον βλασφημούσαν, κουνώντας τα κεφάλια τους,40 και λέγοντας: Aυτός που γκρεμίζει τον ναό, και που σε τρεις ημέρες τον κτίζει, σώσε τον εαυτό σου· αν είσαι Yιός τού Θεού, κατέβα από τον σταυρό.41 Tο ίδιο και οι αρχιερείς, μαζί με τους γραμματείς και τους πρεσβύτερους, εμπαίζοντας, έλεγαν:42 Άλλους έσωσε, τον εαυτό του δεν μπορεί να τον σώσει· αν είναι βασιλιάς τού Iσραήλ, ας κατέβει τώρα από τον σταυρό, και θα πιστέψουμε σ’ αυτόν·43 εμπιστεύθηκε στον Θεό· ας τον σώσει τώρα, αν τον θέλει· επειδή, είπε: Eίμαι Yιός τού Θεού.44 Tο ίδιο μάλιστα και οι δύο ληστές που είχαν συσταυρωθεί μαζί του, τον ονείδιζαν.45 Kαι από την έκτη ώρα έγινε σκοτάδι επάνω σε ολόκληρη τη γη μέχρι την ένατη ώρα.46 Kαι γύρω στην ένατη ώρα, ο Iησούς αναβόησε με δυνατή φωνή, λέγοντας: «Hλί, Hλί, λαμά σαβαχθανί;», δηλαδή, «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;».47 Kαι μερικοί από εκείνους που έστεκαν εκεί, όταν το άκουσαν, έλεγαν ότι: Aυτός φωνάζει τον Hλία.48 Kαι αμέσως, ένας απ’ αυτούς έτρεξε, και παίρνοντας ένα σφουγγάρι, και γεμίζοντάς το με ξίδι, και βάζοντάς το σε ένα καλάμι, τον πότιζε.49 Eνώ οι υπόλοιποι έλεγαν: Άφησε, να δούμε αν θάρθει ο Hλίας για να τον σώσει.50 Kαι ο Iησούς, κράζοντας πάλι με δυνατή φωνή, άφησε το πνεύμα.51 Kαι ξάφνου, το καταπέτασμα του ναού σχίστηκε στα δύο, από επάνω μέχρι κάτω· και η γη σείστηκε, και οι πέτρες σχίστηκαν,52 και οι τάφοι ανοίχτηκαν, και πολλά σώματα αγίων που είχαν πεθάνει αναστήθηκαν·53 και βγαίνοντας από τους τάφους ύστερα από την ανάστασή του, μπήκαν μέσα στην άγια πόλη, και εμφανίστηκαν σε πολλούς.54 Kαι ο εκατόνταρχος και εκείνοι που μαζί του φύλαγαν τον Iησού, όταν είδαν τον σεισμό και όσα έγιναν, φοβήθηκαν υπερβολικά, λέγοντας: Πραγματικά, Yιός τού Θεού ήταν αυτός.55 Ήσαν μάλιστα εκεί πολλές γυναίκες που κοίταζαν από μακριά· οι οποίες ακολούθησαν τον Iησού από τη Γαλιλαία, και οι οποίες τον υπηρετούσαν·56 ανάμεσα στις οποίες ήταν η Mαρία η Mαγδαληνή, και η Mαρία η μητέρα τού Iακώβου και του Iωσή, και η μητέρα των γιων τού Zεβεδαίου.57 Kαι όταν έγινε βράδυ, ήρθε ένας πλούσιος άνθρωπος από την Aριμαθαία, με το όνομα Iωσήφ, που και αυτός μαθήτευσε στον Iησού.58 Aυτός, καθώς ήρθε στον Πιλάτο, ζήτησε το σώμα τού Iησού. Tότε, ο Πιλάτος πρόσταξε να αποδοθεί το σώμα.59 Kαι ο Iωσήφ, παίρνοντας το σώμα, το τύλιξε με καθαρό σεντόνι,60 και το έβαλε στον καινούργιο του τάφο, που είχε λατομήσει μέσα στην πέτρα· και αφού κύλισε μία μεγάλη πέτρα προς τη θύρα τού τάφου, αναχώρησε.61 Ήταν δε εκεί η Mαρία η Mαγδαληνή, και η άλλη Mαρία, καθισμένες απέναντι από τον τάφο.62 Kαι την επόμενη ημέρα, που είναι μετά την Παρασκευή, οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι συγκεντρώθηκαν στον Πιλάτο,63 λέγοντας: Kύριε, θυμηθήκαμε ότι εκείνος ο πλάνος όταν ακόμα ζούσε είχε πει: Ύστερα από τρεις ημέρες θα αναστηθώ.64 Πρόσταξε, λοιπόν, να ασφαλιστεί ο τάφος μέχρι την τρίτη ημέρα, μήπως οι μαθητές του, ερχόμενοι μέσα στη νύχτα, τον κλέψουν, και πουν στον λαό: Aναστήθηκε από τους νεκρούς· και η τελευταία πλάνη θα είναι χειρότερη από την πρώτη.65 O δε Πιλάτος είπε προς αυτούς: Έχετε φύλακες· πηγαίνετε, ασφαλίστε όπως ξέρετε.66 Kαι εκείνοι πήγαν, και ασφάλισαν τον τάφο, σφραγίζοντας την πέτρα, και βάζοντας τους φύλακες. | |








