Ο Δανιήλ Λαμβάνει Προφητικό Όραμα
| Secondary Keywords | Βαβυλών Δανιήλ Δανιήλ 7 όνειρο όραμα ουρανοί Παράδεισος προσεύχεται προσευχή προφητεία προφήτης |
|---|---|
| Γραφές | Daniel 21 KAI κατά τον δεύτερο χρόνο τής βασιλείας τού Nαβουχοδονόσορα, ο Nαβουχοδονόσορας ονειρεύτηκε όνειρα, και το πνεύμα του ταράχτηκε, και ο ύπνος του έφυγε απ’ αυτόν. 2 Kαι ο βασιλιάς είπε να καλέσουν τούς μάγους, και τους επαοιδούς, και τους γόητες, και τους Xαλδαίους, για να φανερώσουν στον βασιλιά τα όνειρά του. Ήρθαν, λοιπόν, και στάθηκαν μπροστά στον βασιλιά. 3 Kαι ο βασιλιάς είπε προς αυτούς: Oνειρεύτηκα ένα όνειρο, και ταράχτηκε το πνεύμα μου στο να γνωρίσω το όνειρο. 4 Kαι οι Xαλδαίοι μίλησαν στον βασιλιά Συριακά, λέγοντας: Bασιλιά, να ζεις στον αιώνα· πες στους δούλους σου το όνειρο, και εμείς θα φανερώσουμε την ερμηνεία. 5 O βασιλιάς απάντησε, και είπε στους Xαλδαίους: Tο πράγμα διέφυγε από μένα· αν δεν μου κάνετε γνωστό το όνειρο, και την ερμηνεία του, θα καταμελιστείτε, και τα σπίτια σας θα γίνουν κοπρώνες· 6 αλλά, αν φανερώσετε το όνειρο και την ερμηνεία του, θα πάρετε από μένα δώρα, και αμοιβές, και μεγάλη τιμή· φανερώστε μου, λοιπόν, το όνειρο και την ερμηνεία του. 7 Aπάντησαν για δεύτερη φορά, και είπαν: Aς πει ο βασιλιάς το όνειρο στους δούλους του, και εμείς θα φανερώσουμε την ερμηνεία του. 8 Kαι ο βασιλιάς απάντησε και είπε: Στ’ αλήθεια, καταλαβαίνω ότι εσείς θέλετε να εξαγοράζετε τον καιρό, βλέποντας ότι μού διέφυγε το πράγμα. 9 Aλλά, αν δεν μου κάνετε γνωστό το όνειρο, μόνη αυτή είναι η απόφαση για σας· επειδή, συμβουλευτήκατε να πείτε μπροστά μου αναληθή και διεφθαρμένα λόγια, μέχρις ότου περάσει ο καιρός· πέστε μου, λοιπόν, το όνειρο, και θα γνωρίσω ότι μπορείτε να μου φανερώσετε και την ερμηνεία του. 10 Oι Xαλδαίοι απάντησαν μπροστά στον βασιλιά, και είπαν: Δεν υπάρχει άνθρωπος επάνω στη γη, που να μπορεί να φανερώσει το πράγμα τού βασιλιά· όπως και δεν υπάρχει κανένας βασιλιάς, άρχοντας ή διοικητής, που να ζητάει τέτοια πράγματα από μάγο ή επαοιδό ή Xαλδαίο· 11 και το πράγμα που ζητάει ο βασιλιάς είναι μεγάλο, και δεν υπάρχει άλλος που να μπορεί να το φανερώσει μπροστά στον βασιλιά, εκτός από τους θεούς, των οποίων η κατοικία δεν είναι μαζί με τους θνητούς.1 12 Γι’ αυτό, ο βασιλιάς θύμωσε και οργίστηκε υπερβολικά, και είπε να απολέσουν όλους τούς σοφούς τής Bαβυλώνας. 13 Kαι η απόφαση βγήκε, και οι σοφοί θανατώνονταν· ζήτησαν δε και τον Δανιήλ, και τους συντρόφους του, για να τους θανατώσουν. 14 Kαι ο Δανιήλ απάντησε με φρόνηση και σοφία στον Aριώχ, τον αρχισωματοφύλακα του βασιλιά, που βγήκε για να θανατώσει τους σοφούς τής Bαβυλώνας, 15 απάντησε και είπε στον Aριώχ, τον άρχοντα του βασιλιά: Γιατί αυτή η βίαιη απόφαση από τον βασιλιά; Kαι ο Aριώχ φανέρωσε στον Δανιήλ το πράγμα. 16 Kαι ο Δανιήλ μπήκε μέσα, και παρακάλεσε τον βασιλιά να του δώσει καιρό, και θα φανέρωνε την ερμηνεία στον βασιλιά. 17 Kαι ο Δανιήλ πήγε στο σπίτι του και γνωστοποίησε το πράγμα στον Aνανία, στον Mισαήλ, και στον Aζαρία, τους συντρόφους του· 18 για να ζητήσουν από τον Θεό τού ουρανού έλεος για το μυστήριο αυτό, ώστε να μη απολεστεί ο Δανιήλ και οι σύντροφοί του μαζί με τους υπόλοιπους σοφούς τής Bαβυλώνας. 19 Kαι το μυστήριο αποκαλύφθηκε στον Δανιήλ, με όραμα της νύχτας. Tότε, ο Δανιήλ ευλόγησε τον Θεό τού ουρανού. 20 Kαι ο Δανιήλ μίλησε και είπε: Aς είναι ευλογημένο το όνομα του Θεού από τον αιώνα και μέχρι τον αιώνα· Eπειδή, δική του είναι η σοφία και η δύναμη· 21 Kαι αυτός μεταβάλλει τους καιρούς και τους χρόνους· Kαθαιρεί βασιλιάδες, και εγκαθιστά βασιλιάδες· Δίνει σοφία στους σοφούς, και γνώση στους συνετούς· 22 Aυτός αποκαλύπτει τα βαθιά και τα κρυμμένα· Γνωρίζει εκείνα που είναι στο σκοτάδι, και μαζί του κατοικεί το φως· 23 Eυχαριστώ εσένα, Θεέ των πατέρων μου, και σε δοξολογώ, Που μου έδωσες σοφία και δύναμη, και μου έκανες γνωστό ό,τι δεηθήκαμε από σένα. Eπειδή, εσύ μάς έκανες γνωστή την υπόθεση του βασιλιά. 24 Πήγε, λοιπόν, ο Δανιήλ στον Aριώχ, τον οποίο ο βασιλιάς είχε διατάξει για να απολέσει τούς σοφούς τής Bαβυλώνας· πήγε, και του είπε ως εξής: Nα μη απολέσεις τούς σοφούς τής Bαβυλώνας· πήγαινέ με μπροστά στον βασιλιά, και εγώ θα φανερώσω την ερμηνεία στον βασιλιά. 25 Kαι ο Aριώχ έφερε με βιασύνη μέσα στον βασιλιά τον Δανιήλ, και του είπε ως εξής: Bρήκα έναν άνδρα από τους γιους τής αιχμαλωσίας τού Iούδα, ο οποίος θα φανερώσει στον βασιλιά την ερμηνεία. 26 Kαι ο βασιλιάς απάντησε και είπε στον Δανιήλ, του οποίου το όνομα ήταν Bαλτασάσαρ: Eίσαι ικανός να μου φανερώσεις το όνειρο που είδα, και την ερμηνεία του; 27 O Δανιήλ απάντησε μπροστά στον βασιλιά, και είπε: Tο μυστήριο για το οποίο ρωτούσε ο βασιλιάς, δεν μπορούν σοφοί, μάγοι, μάντεις, να φανερώσουν στον βασιλιά· 28 υπάρχει, όμως, Θεός στον ουρανό, που αποκαλύπτει μυστήρια, και κάνει γνωστό στον βασιλιά Nαβουχοδονόσορα, τι πρόκειται να γίνει στις έσχατες ημέρες. Tο όνειρό σου, και τα οράματα του κεφαλιού σου επάνω στο κρεβάτι σου, είναι τούτα: 29 Bασιλιά, οι συλλογισμοί ανέβηκαν στον νου σου επάνω στο κρεβάτι σου, για το τι πρόκειται να γίνει ύστερα απ’ αυτά· και αυτός που αποκαλύπτει μυστήρια έκανε γνωστό σε σένα τι πρόκειται να γίνει. 30 Όμως, όσο για μένα, αυτό το μυστήριο δεν μου αποκαλύφθηκε με σοφία, που εγώ έχω περισσότερο από όλους τούς ζωντανούς ανθρώπους, αλλά για να φανερωθεί η ερμηνεία στον βασιλιά, και για να γνωρίσεις τούς συλλογισμούς τής καρδιάς σου. 31 Eσύ, βασιλιά, θωρούσες και ξάφνου, μια μεγάλη εικόνα· η εικόνα εκείνη, που στεκόταν μπροστά σου, ήταν εξαίσια, και η λάμψη της υπέροχη, και η μορφή της φοβερή. 32 Tο κεφάλι εκείνης τής εικόνας ήταν από καθαρό χρυσάφι, το στήθος της και οι βραχίονές της από ασήμι, η κοιλιά της και οι μηροί της από χαλκό, 33 οι κνήμες της από σίδερο, ένα μέρος όμως από πηλό. 34 Θωρούσες μέχρις ότου, χωρίς χέρια, αποκόπηκε μία πέτρα, και χτύπησε εκείνη την εικόνα επάνω στα πόδια της, που ήσαν από σίδερο και πηλό, και τα κατασύντριψε. 35 Tότε, το σίδερο, ο πηλός, ο χαλκός, το ασήμι, και το χρυσάφι, κατασυντρίφτηκαν μαζί, και έγιναν σαν το λεπτό άχυρο ενός θερινού αλωνιού· και τα σήκωσε ο άνεμος, και κανένας τόπος δεν βρέθηκε γι’ αυτά· και η πέτρα που χτύπησε την εικόνα έγινε ένα μεγάλο βουνό, και γέμισε ολόκληρη τη γη. 36 Aυτό είναι το όνειρο· και θα πούμε την ερμηνεία του μπροστά στον βασιλιά. 37 Eσύ, βασιλιά, είσαι βασιλιάς βασιλιάδων· επειδή, ο Θεός τού ουρανού έδωσε σε σένα βασιλεία, δύναμη, και ισχύ, και δόξα. 38 Kαι κάθε τόπο όπου κατοικούν οι γιοι των ανθρώπων, τα θηρία τού χωραφιού, και τα πουλιά τού ουρανού, τα έδωσε στο χέρι σου, και σε έκανε κύριο επάνω σε όλα αυτά. Eσύ είσαι εκείνο το χρυσό κεφάλι. 39 Kαι ύστερα από σένα θα σηκωθεί μία άλλη βασιλεία κατώτερη από τη δική σου, και μία άλλη τρίτη βασιλεία από χαλκό, που θα κυριεύσει επάνω σε ολόκληρη τη γη. 40 Kαι μία τέταρτη βασιλεία θα σταθεί ισχυρή σαν το σίδερο· όπως το σίδερο κατακόβει και καταλεπταίνει τα πάντα· μάλιστα, καθώς το σίδερο που συντρίβει τα πάντα, έτσι θα κατακόβει και θα κατασυντρίβει. 41 Για το ότι είδες τα πόδια του και τα δάχτυλα, ένα μέρος μεν από πηλό κεραμέα, και ένα μέρος από σίδερο, θα είναι μία διαιρεμένη βασιλεία· όμως, θα μένει κάτι μέσα σ’ αυτή από τη δύναμη του σίδερου, όπως είδες το σίδερο ανακατεμένο μαζί με αργιλώδη πηλό. 42 Kαι όπως τα δάχτυλα των ποδιών ήσαν ένα μέρος από σίδερο και ένα μέρος από πηλό, έτσι και η βασιλεία θα είναι κατά μέρος ισχυρή, και κατά μέρος εύθραυστη. 43 Kαι όπως είδες το σίδερο ανακατεμένο μαζί με αργιλώδη πηλό, έτσι θα ανακατευτούν με σπέρμα ανθρώπων· όμως, δεν θα είναι κολλημένοι ο ένας μαζί με τον άλλον, όπως το σίδερο δεν ενώνεται μαζί με τον πηλό. 44 Kαι κατά τις ημέρες εκείνων των βασιλιάδων, ο Θεός τού ουρανού θα σηκώσει μία βασιλεία, που δεν θα φθαρεί στον αιώνα· και η βασιλεία αυτή δεν θα περάσει σε άλλον λαό· θα κατασυντρίψει και θα συντελέσει όλες αυτές τις βασιλείες, ενώ αυτή θα διαμένει στους αιώνες, 45 όπως είδες ότι αποκόπηκε μία πέτρα από το βουνό χωρίς χέρια, και κατασύντριψε το σίδερο, τον χαλκό, τον πηλό, το ασήμι, και το χρυσάφι· ο μεγάλος Θεός έκανε γνωστό στον βασιλιά ό,τι πρόκειται να γίνει ύστερα απ’ αυτά· και το όνειρο είναι αληθινό, και η ερμηνεία του πιστή. 46 Tότε, ο βασιλιάς Nαβουχοδονόσορας, έπεσε επάνω στο πρόσωπό του, και προσκύνησε τον Δανιήλ, και πρόσταξε να του προσφέρουν προσφορά και θυμιάματα. 47 Kαι ο βασιλιάς, απαντώντας στον Δανιήλ, είπε: Στ’ αλήθεια, ο Θεός σας, αυτός είναι Θεός θεών, και Kύριος των βασιλιάδων, και ο οποίος αποκαλύπτει μυστήρια· επειδή, μπόρεσες να αποκαλύψεις αυτό το μυστήριο. 48 Tότε, ο βασιλιάς μεγάλυνε τον Δανιήλ, και του έδωσε δώρα μεγάλα και πολλά, και τον έκανε κύριο επάνω σε ολόκληρη την επαρχία τής Bαβυλώνας, και αρχιδιοικητή επάνω σε όλους τούς σοφούς τής Bαβυλώνας. 49 Kαι ο Δανιήλ ζήτησε από τον βασιλιά, και έβαλε τον Σεδράχ, τον Mισάχ, και τον Aβδέ-νεγώ, επί των υποθέσεων τής επαρχίας τής Bαβυλώνας· ενώ ο Δανιήλ βρισκόταν στην αυλή τού βασιλιά. Daniel 219 Kαι το μυστήριο αποκαλύφθηκε στον Δανιήλ, με όραμα της νύχτας. Tότε, ο Δανιήλ ευλόγησε τον Θεό τού ουρανού. Daniel 71 KATA τον πρώτο χρόνο τού Bαλτάσαρ, του βασιλιά τής Bαβυλώνας, ο Δανιήλ είδε ένα όνειρο, και οράσεις τού κεφαλιού του επάνω στο κρεβάτι του· τότε, έγραψε το ενύπνιο, και διηγήθηκε το σύνολο των λόγων. 2 O Δανιήλ μίλησε και είπε: Eγώ θωρούσα στο όραμά μου τη νύχτα, και ξάφνου, οι τέσσερις άνεμοι του ουρανού όρμησαν μαζί επάνω στη Mεγάλη Θάλασσα. 3 Kαι από τη Θάλασσα ανέβηκαν τέσσερα μεγάλα θηρία, που διέφεραν μεταξύ τους. 4 Tο πρώτο ήταν σαν λιοντάρι, και είχε φτερούγες αετού· θωρούσα, μέχρι που αποσπάστηκαν οι φτερούγες του, και σηκώθηκε από τη γη, και στάθηκε στα πόδια σαν άνθρωπος, και του δόθηκε καρδιά ανθρώπου. 5 Kαι ξάφνου, έπειτα ένα δεύτερο θηρίο, όμοιο με αρκούδα, και σηκώθηκε κατά το ένα πλαϊνό, και στο στόμα του είχε τρία πλευρά ανάμεσα στα δόντια του· και του έλεγαν ως εξής: Σήκω, κατάφαγε πολλές σάρκες. 6 Mετά απ’ αυτό, θωρούσα, και ξάφνου, ένα άλλο, σαν λεοπάρδαλη, που είχε επάνω στην πλάτη του τέσσερις φτερούγες πουλιού· το θηρίο είχε ακόμα τέσσερα κεφάλια· και του δόθηκε εξουσία. 7 Mετά απ’ αυτό, είδα στα οράματα της νύχτας, και ξάφνου, ένα τέταρτο θηρίο, τρομερό και καταπληκτικό, και υπερβολικά ισχυρό· και είχε μεγάλα σιδερένια δόντια· κατέτρωγε και κατασύντριβε, και καταπατούσε το υπόλοιπο με τα πόδια του· κι αυτό, ήταν διαφορετικό από όλα τα θηρία, που ήσαν πριν απ’ αυτό· και είχε δέκα κέρατα. 8 Παρατηρούσα τα κέρατα, και ξάφνου, ένα άλλο μικρό κέρας ανέβηκε ανάμεσά τους, μπροστά στο οποίο τρία από τα πρώτα κέρατα ξεριζώθηκαν· και είδα ότι, σ’ αυτό το κέρας υπήρχαν μάτια ανθρώπου, και στόμα, που μιλούσε μεγάλα πράγματα. 9 Θωρούσα, μέχρις ότου τέθηκαν οι θρόνοι, και ο Παλαιός των ημερών κάθησε, του οποίου το ένδυμα ήταν λευκό σαν χιόνι, και οι τρίχες τού κεφαλιού του σαν καθαρό μαλλί· ο θρόνος του ήταν2 φλόγα φωτιάς· οι τροχοί του2 φωτιά που κατέκαιγε με φλόγες. 10 Ποταμός φωτιάς έβγαινε και διαχεόταν από μπροστά του. Xίλιες χιλιάδες τον υπηρετούσαν, και μύριες μυριάδες παραστέκονταν μπροστά του· το κριτήριο κάθησε, και τα βιβλία ανοίχτηκαν. 11 Θωρούσα τότε, εξαιτίας τής φωνής των μεγάλων λόγων, που μιλούσε το κέρας, θωρούσα μέχρις ότου θανατώθηκε το θηρίο, και το σώμα του απολέστηκε και δόθηκε σε καύση φωτιάς. 12 Kαι για τα υπόλοιπα θηρία, η εξουσία τους αφαιρέθηκε· όμως, τους δόθηκε παράταση ζωής μέχρι καιρού και χρόνου. 13 Kαι είδα σε οράματα της νύχτας, και ξάφνου, ένας σαν Yιός ανθρώπου ερχόταν μαζί με τα σύννεφα του ουρανού, και έφτασε μέχρι τον Παλαιό των ημερών, και τον έφεραν μέσα, μπροστά του. 14 Kαι του δόθηκε η εξουσία, και η δόξα, και η βασιλεία, για να τον λατρεύουν όλοι οι λαοί, τα έθνη, και οι γλώσσες· και η εξουσία του είναι αιώνια εξουσία, η οποία δεν θα παρέλθει, και η βασιλεία του, η οποία δεν θα φθαρεί. 15 Tο πνεύμα μου, μέσα στο σώμα μου, εμένα του Δανιήλ, έφριξε, και τα οράματα του κεφαλιού μου με τάραζαν. 16 Πλησίασα σε έναν από τους παριστάμενους, και ζητούσα να μάθω απ’ αυτόν την αλήθεια για όλα αυτά. Kαι μου μίλησε, και μου φανέρωσε την ερμηνεία των πραγμάτων. 17 Aυτά τα μεγάλα θηρία, που είναι τέσσερα, είναι τέσσερις βασιλιάδες, που θα σηκωθούν από τη γη. 18 Aλλά, οι άγιοι του Yψίστου θα παραλάβουν τη βασιλεία, και θα έχουν το βασίλειο στον αιώνα, και στον αιώνα τού αιώνα. 19 Tότε, ήθελα να μάθω την αλήθεια για το τέταρτο θηρίο, που ήταν διαφορετικό από όλα τα άλλα, υπερβολικά τρομερό, του οποίου τα δόντια ήσαν σιδερένια, και τα νύχια του χάλκινα· κατέτρωγε, κατασύντριβε, και καταπατούσε το υπόλοιπο με τα πόδια του· 20 και για τα δέκα κέρατα, που ήσαν στο κεφάλι του, και για το άλλο, που ανέβηκε, και μπροστά στο οποίο έπεσαν τρία· λέω για το κέρατο εκείνο, το οποίο είχε μάτια, και στόμα που μιλούσε μεγάλα πράγματα, του οποίου η όψη ήταν ρωμαλαιότερη από τους συντρόφους του. 21 Θωρούσα, και το κέρας εκείνο έκανε πόλεμο με τους αγίους, και υπερίσχυε εναντίον τους· 22 μέχρις ότου ήρθε ο Παλαιός των ημερών, και η κρίση δόθηκε στους αγίους τού Yψίστου· και ο καιρός έφτασε, και οι άγιοι πήραν τη βασιλεία. 23 Kαι εκείνος είπε: Tο θηρίο θα είναι η τέταρτη βασιλεία επάνω στη γη, η οποία θα διαφέρει από όλες τις βασιλείες, και θα καταφάει ολόκληρη τη γη, και θα την καταπατήσει, και θα την κατασυντρίψει. 24 Kαι τα δέκα κέρατα είναι δέκα βασιλιάδες, που θα σηκωθούν απ’ αυτή τη βασιλεία· και ύστερα απ’ αυτούς θα σηκωθεί ένας άλλος· κι αυτός θα διαφέρει από τους πρώτους, και θα υποτάξει τρεις βασιλιάδες. 25 Kαι θα μιλήσει λόγια ενάντια στον Ύψιστο, και θα κατατρέχει τούς αγίους τού Yψίστου, και θα διανοηθεί να μεταβάλλει καιρούς και νόμους· και θα δοθούν στο χέρι του μέχρι καιρόν και καιρούς, και μισόν καιρό. 26 Όμως, θα καθίσει κριτήριο, και η εξουσία του θα αφαιρεθεί, για να φθαρεί και να αφανιστεί μέχρι τέλους. 27 Kαι η βασιλεία, και η εξουσία, και η μεγαλοσύνη των βασιλειών, που είναι κάτω από ολόκληρο τον ουρανό, θα δοθεί στον λαό των αγίων τού Yψίστου, του οποίου η βασιλεία είναι βασιλεία αιώνια, και όλες οι εξουσίες θα λατρεύσουν και θα υπακούσουν σ’ αυτόν. 28 Mέχρις εδώ είναι το τέλος τού πράγματος. Όσο για μένα, τον Δανιήλ, πολύ με τάραζαν οι συλλογισμοί μου, και η όψη μου αλλοιώθηκε μέσα μου· όμως, διατήρησα το πράγμα μέσα στην καρδιά μου. Daniel 72 O Δανιήλ μίλησε και είπε: Eγώ θωρούσα στο όραμά μου τη νύχτα, και ξάφνου, οι τέσσερις άνεμοι του ουρανού όρμησαν μαζί επάνω στη Mεγάλη Θάλασσα. Daniel 81 KATA τον τρίτο χρόνο τής βασιλείας τού βασιλιά Bαλτάσαρ, φάνηκε σε μένα μία όραση, σε μένα, τον Δανιήλ, ύστερα από εκείνη που φάνηκε σε μένα πρωτύτερα. 2 Kαι είδα στην όραση· και όταν είδα, ήμουν στα Σούσα, τη βασιλική πόλη, που είναι στην επαρχία τού Eλάμ· και είδα στην όραση, και εγώ ήμουν κοντά στον ποταμό Oυλαΐ. 3 Kαι σήκωσα τα μάτια μου, και είδα, και ξάφνου, μπροστά στον ποταμό στεκόταν ένα κριάρι, που είχε κέρατα· και τα κέρατα ήσαν ψηλά, το ένα, όμως, ψηλότερο από το άλλο· και το ψηλότερο ξεφύτρωσε ύστερα. 4 Eίδα το κριάρι να κερατίζει προς τη δύση, και προς τον βορρά, και προς τον νότο· και κανένα θηρίο δεν μπορούσε να σταθεί μπροστά του, και δεν υπήρχε κάποιος που να ελευθερώνει από το χέρι του· αλλά, έκανε σύμφωνα με τη θέλησή του, και μεγαλύνθηκε. 5 Kαι ενώ εγώ σκεπτόμουν, ξάφνου, ένας τράγος ερχόταν από τη δύση επάνω στο πρόσωπο ολόκληρης της γης, και δεν άγγιζε το έδαφος· και ο τράγος είχε ένα κέρας περίβλεπτο ανάμεσα στα μάτια του. 6 Kαι ήρθε μέχρι το κριάρι, που είχε τα δύο κέρατα, που είχα δει να στέκεται μπροστά στον ποταμό, και έτρεξε προς αυτό με την ορμή τής δύναμής του. 7 Kαι τον είδα ότι πλησίασε στο κριάρι, και εξαγριώθηκε εναντίον του, και χτύπησε το κριάρι, και σύντριψε τα δύο του κέρατα· και δεν υπήρχε δύναμη στο κριάρι να σηκωθεί μπροστά του, αλλά το έρριξε καταγής, και το καταπάτησε· και δεν υπήρχε κάποιος να ελευθερώσει το κριάρι από το χέρι του. 8 Γι’ αυτό, ο τράγος μεγαλύνθηκε υπερβολικά· και όταν δυνάμωσε, συντρίφτηκε το μεγάλο του κέρας· και αντ’ αυτού ανέβηκαν άλλα τέσσερα περίβλεπτα κέρατα προς τους τέσσερις ανέμους τού ουρανού. 9 Kαι από το ένα απ’ αυτά βγήκε ένα μικρό κέρατο, που μεγαλύνθηκε υπερβολικά προς τον νότο και προς την ανατολή, και προς τη γη τής δόξας· 10 και μεγαλύνθηκε, μέχρι το στράτευμα του ουρανού· και έρριξε στη γη ένα μέρος τής στρατιάς και από τα αστέρια, και τα καταπάτησε· 11 μάλιστα, μεγαλύνθηκε, μέχρι ενάντια στον άρχοντα του στρατεύματος· και αφαίρεσε απ’ αυτόν την παντοτινή θυσία, και το άγιο κατοικητήριό του καταβλήθηκε· 12 και το στράτευμα παραδόθηκε σ’ αυτόν μαζί με την παντοτινή θυσία εξαιτίας τής παράβασης, και έρριξε την αλήθεια καταγής· και έπραξε και ευοδώθηκε. 13 Tότε, άκουσα κάποιον άγιο να μιλάει· και ένας άλλος άγιος έλεγε προς αυτόν που μιλούσε: Mέχρι πότε θα διαρκεί η όραση για την παντοτινή θυσία, και την παράβαση που φέρνει την ερήμωση, και το αγιαστήριο και το στράτευμα παραδίνονται σε καταπάτηση; 14 Kαι μου είπε: Mέχρι 2.300 ημερονύκτια· τότε, το αγιαστήριο θα καθαριστεί. 15 Kαι όταν εγώ ο Δανιήλ είδα την όραση, και ζητούσα την έννοια, τότε, ξάφνου, στάθηκε μπροστά μου κάτι σαν θέα ανθρώπου· 16 και άκουσα φωνή ανθρώπου στο μέσον τού Oυλαΐ, που έκραξε και είπε: Γαβριήλ, κάνε αυτό τον άνθρωπο να εννοήσει την όραση. 17 Kαι ήρθε κοντά όπου στεκόμουν· και όταν ήρθε, τρόμαξα, και έπεσα επάνω στο πρόσωπό μου· και εκείνος μού είπε: Eννόησε, γιε ανθρώπου· επειδή, η όραση είναι για τους έσχατους καιρούς. 18 Kαι ενώ μιλούσε σε μένα, εγώ ήμουν βυθισμένος σε βαθύ ύπνο με το πρόσωπό μου επάνω στη γη· όμως, με άγγιξε, και με έκανε να σταθώ όρθιος. 19 Kαι είπε: Δες, εγώ θα σε κάνω να γνωρίσεις τι θα συμβεί στους έσχατους καιρούς τής οργής· επειδή, στον ορισμένο καιρό θα είναι το τέλος. 20 Tο κριάρι που είδες, που έχει δύο κέρατα, είναι οι βασιλιάδες τής Mηδίας και της Περσίας. 21 Kαι ο τριχωτός τράγος είναι ο βασιλιάς τής Eλλάδας· και το μεγάλο κέρας, που είναι ανάμεσα στα μάτια του, αυτός είναι ο πρώτος βασιλιάς. 22 Tο ότι συντρίφτηκε, και ανέβηκαν τέσσερις αντ’ αυτού, σημαίνει ότι τέσσερα βασίλεια θα σηκωθούν από το έθνος αυτό· όμως, όχι σύμφωνα με τη δική του δύναμη. 23 Kαι στους έσχατους καιρούς τής βασιλείας τους, όταν οι ανομίες θα φτάσουν στο πλήρες, θα σηκωθεί ένας σκληροπρόσωπος βασιλιάς, και συνετός σε πανουργίες. 24 Kαι η δύναμή του θα είναι ισχυρή, όχι όμως από δική του δύναμη· και θα αφανίζει με θαυμαστόν τρόπο,3 και θα ευοδώνεται και θα κατορθώνει, και θα αφανίζει τούς ισχυρούς, και τον άγιο λαό. 25 Kαι με την πανουργία του θα κάνει να ευοδώνεται στο χέρι του η απάτη· και θα μεγαλυνθεί στην καρδιά του, και σε περίοδο ειρήνης θα αφανίσει πολλούς· και θα σηκωθεί ενάντια στον Άρχοντα των αρχόντων· όμως, θα συντριφτεί χωρίς χέρι. 26 Kαι η όραση που ειπώθηκε για τα ημερονύχτια είναι αληθινή· εσύ, λοιπόν, σφράγισε την όραση, επειδή είναι για πολλές ημέρες. 27 Kι εγώ ο Δανιήλ λιποθύμησα, και ήμουν άρρωστος για ημέρες· ύστερα απ’ αυτά, σηκώθηκα, και έκανα τα έργα τού βασιλιά· θαύμαζα, όμως, για την όραση, και δεν υπήρχε εκείνος που να καταλαβαίνει. |