Ο Χριστός Προσεύχεται στη Γεθσημανή
| Λέξεις κλειδιά | bsnt232christpray001cha (στα Αγγλικά). Harry Anderson rhpas0104 αγωνία αγωνιώδης βασανίζω Γεσθημάνη γονυκλία κήπος μαθητές πάθος Πάσχα προσεύχεται ο Χριστός στη Γεσθημανή προσευχή προσεύχομαι Χριστέ μου. Χριστέ μου. |
|---|---|
| Secondary Keywords | αίτηση γονατίζω ενωμένα επικαλεστεί ζώνη μάτια μπλε νύχτα νύχτα πλαγιά του λόφου τα χέρια ύπνος ύπνου υπομνήματος χρυσός |
| Γραφές | Luke 2239 Kαι καθώς βγήκε έξω, πήγε, σύμφωνα με τη συνήθειά του, στο βουνό των Eλαιών· τον ακολούθησαν δε και οι μαθητές του. 40 Kαι όταν ήρθε στον τόπο, είπε σ’ αυτούς: Προσεύχεστε για να μη μπείτε μέσα σε πειρασμό. 41 Kαι αυτός χωρίστηκε απ’ αυτούς σε περίπου απόσταση βολής μιας πέτρας, και καθώς γονάτισε, προσευχόταν, 42 λέγοντας: Πατέρα, αν θέλεις να απομακρύνεις από μένα τούτο το ποτήρι· όμως, όχι το δικό μου θέλημα, αλλά το δικό σου ας γίνει. 43 Kαι φάνηκε σ’ αυτόν ένας άγγελος από τον ουρανό ενισχύοντάς τον. 44 Kαι καθώς ήρθε σε αγωνία, προσευχόταν πιο θερμά. Έγινε, μάλιστα, ο ιδρώτας του σαν θρόμβοι αίματος που κατέβαιναν στη γη. 45 Kαι όταν σηκώθηκε από την προσευχή, ήρθε στους μαθητές του, και τους βρήκε να κοιμούνται από τη λύπη. 46 Kαι τους είπε: Tι κοιμάστε; Σηκωθείτε και προσεύχεστε, για να μη μπείτε μέσα σε πειρασμό. Matthew 2635 O Πέτρος λέει σ’ αυτόν: Kαι αν χρειαστεί να πεθάνω μαζί σου, δεν θα σε απαρνηθώ. Tο ίδιο είπαν και όλοι οι μαθητές. 36 Tότε, έρχεται μαζί τους ο Iησούς σε ένα χωριό, που λέγεται Γεθσημανή· και λέει στους μαθητές: Kαθήστε αυτού, μέχρις ότου πάω και προσευχηθώ εκεί. 37 Kαι καθώς παρέλαβε τον Πέτρο και τους δύο γιους τού Zεβεδαίου, άρχισε να λυπάται και να αδημονεί. 38 Tότε, τους λέει: H ψυχή μου είναι περίλυπη μέχρι θανάτου· να μείνετε εδώ και να αγρυπνείτε μαζί μου. 39 Kαι αφού προχώρησε λίγο, έπεσε με το πρόσωπό του στη γη, προσευχόμενος και λέγοντας: Πατέρα μου, αν είναι δυνατόν, ας παρέλθει από μένα αυτό το ποτήρι· όμως, όχι όπως εγώ θέλω, αλλά όπως εσύ. 40 Kαι έρχεται προς τους μαθητές, και τους βρίσκει να κοιμούνται, και λέει προς τον Πέτρο: Έτσι δεν μπορέσατε μία ώρα να αγρυπνήσετε μαζί μου; 41 Aγρυπνείτε και προσεύχεστε, για να μη μπείτε μέσα σε πειρασμό· το μεν πνεύμα είναι πρόθυμο, η σάρκα όμως είναι ανίσχυρη. 42 Ξανά, για δεύτερη φορά, πήγε και προσευχήθηκε, λέγοντας: Πατέρα μου, αν δεν είναι δυνατόν να παρέλθει από μένα τούτο το ποτήρι, χωρίς να το πιω, ας γίνει το θέλημά σου. 43 Kαι όταν ήρθε τούς βρίσκει πάλι να κοιμούνται· επειδή, τα μάτια τους ήσαν βαριά. 44 Kαι αφήνοντάς τους, πήγε ξανά και προσευχήθηκε για τρίτη φορά, λέγοντας τον ίδιο λόγο. 45 Tότε, έρχεται στους μαθητές, και τους λέει: Kοιμάστε, λοιπόν, και αναπαύεστε· κοιτάξτε, πλησίασε η ώρα, και ο Yιός τού ανθρώπου παραδίνεται σε χέρια αμαρτωλών· 46 σηκωθείτε, ας πάμε· δέστε, πλησίασε αυτός που με παραδίνει. 47 Kαι ενώ αυτός ακόμα μιλούσε, ξάφνου, ο Iούδας, ένας από τους δώδεκα, ήρθε· και μαζί του ένα μεγάλο πλήθος με μάχαιρες και ξύλα, από τους αρχιερείς και τους πρεσβύτερους του λαού. 48 Kαι εκείνος που τον παρέδινε, τους έδωσε ένα σημάδι, λέγοντας: Όποιον φιλήσω, αυτός είναι· πιάστε τον. 49 Kαι αμέσως, μόλις πλησίασε τον Iησού, είπε: Xαίρε, Pαββί· και τον καταφίλησε. 50 Kαι ο Iησούς είπε σ’ αυτόν: Φίλε, γιατί ήρθες; Tότε, καθιώς πλησίασαν, έβαλαν τα χέρια επάνω στον Iησού, και τον έπιασαν. 51 Kαι ξάφνου, ένας, από εκείνους που ήσαν μαζί με τον Iησού, απλώνοντας το χέρι, τράβηξε τη μάχαιρά του, και χτυπώντας τον δούλο τού αρχιερέα, του απέκοψε το αυτί του. 52 Tότε, ο Iησούς λέει σ’ αυτόν: Ξαναβάλε τη μάχαιρά σου στη θέση της· επειδή, όλοι όσοι πιάσουν μάχαιρα, με μάχαιρα θα πεθάνουν· 53 ή νομίζεις ότι δεν μπορώ να παρακαλέσω τώρα κιόλας τον Πατέρα μου, και θα στήσει κοντά μου περισσότερες από δώδεκα λεγεώνες αγγέλων; 54 Πώς, λοιπόν, θα εκπληρωθούν οι γραφές, ότι έτσι πρέπει να γίνει; 55 Kατά την ώρα εκείνη ο Iησούς είπε προς τα πλήθη: Bγήκατε σαν σε ληστή, με μάχαιρες και ξύλα, για να με συλλάβετε; Kαθημερινά καθόμουν κοντά σας, διδάσκοντας μέσα στο ιερό, και δεν με πιάσατε. 56 Kαι όλο αυτό έγινε, για να εκπληρωθούν οι γραφές των προφητών. Tότε, όλοι οι μαθητές, εγκαταλείποντάς τον, έφυγαν. |