Επί του Όρους Ομιλία
| Secondary Keywords | βουνό γενικός Γκρίφιθ Φόξλεϊ. διαθήκη έτος κήρυγμα κηρύττει Μακαρισμούς μοιχεία νέο Χριστέ μου. |
|---|---|
| Γραφές | Matthew 11:20-30 Matthew 5:1-48 Matthew 6:1-34 Matthew 7:1-29 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 6:22-71 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 6:17-49 John 622 On the next day the crowd that remained on the other side of the sea saw that there had been only one boat there, and that Jesus had not entered the boat with his disciples, but that his disciples had gone away alone. 23 Other boats from Tiberias came near the place where they had eaten the bread after the Lord had given thanks. 24 So when the crowd saw that Jesus was not there, nor his disciples, they themselves got into the boats and went to Capernaum, seeking Jesus. 25 When they found him on the other side of the sea, they said to him, “Rabbi, when did you come here?” 26 Jesus answered them, “Truly, truly, I say to you, you are seeking me, not because you saw signs, but because you ate your fill of the loaves. 27 Do not labor for the food that perishes, but for the food that endures to eternal life, which the Son of Man will give to you. For on him God the Father has set his seal.” 28 Then they said to him, “What must we do, to be doing the works of God?” 29 Jesus answered them, “This is the work of God, that you believe in him whom he has sent.” 30 So they said to him, “Then what sign do you do, that we may see and believe you? What work do you perform? 31 Our fathers ate the manna in the wilderness; as it is written, ‘He gave them bread from heaven to eat.’” 32 Jesus then said to them, “Truly, truly, I say to you, it was not Moses who gave you the bread from heaven, but my Father gives you the true bread from heaven. 33 For the bread of God is he who comes down from heaven and gives life to the world.” 34 They said to him, “Sir, give us this bread always.” 35 Jesus said to them, “I am the bread of life; whoever comes to me shall not hunger, and whoever believes in me shall never thirst. 36 But I said to you that you have seen me and yet do not believe. 37 All that the Father gives me will come to me, and whoever comes to me I will never cast out. 38 For I have come down from heaven, not to do my own will but the will of him who sent me. 39 And this is the will of him who sent me, that I should lose nothing of all that he has given me, but raise it up on the last day. 40 For this is the will of my Father, that everyone who looks on the Son and believes in him should have eternal life, and I will raise him up on the last day.” 41 So the Jews grumbled about him, because he said, “I am the bread that came down from heaven.” 42 They said, “Is not this Jesus, the son of Joseph, whose father and mother we know? How does he now say, ‘I have come down from heaven’?” 43 Jesus answered them, “Do not grumble among yourselves. 44 No one can come to me unless the Father who sent me draws him. And I will raise him up on the last day. 45 It is written in the Prophets, ‘And they will all be taught by God.’ Everyone who has heard and learned from the Father comes to me— 46 not that anyone has seen the Father except he who is from God; he has seen the Father. 47 Truly, truly, I say to you, whoever believes has eternal life. 48 I am the bread of life. 49 Your fathers ate the manna in the wilderness, and they died. 50 This is the bread that comes down from heaven, so that one may eat of it and not die. 51 I am the living bread that came down from heaven. If anyone eats of this bread, he will live forever. And the bread that I will give for the life of the world is my flesh.” 52 The Jews then disputed among themselves, saying, “How can this man give us his flesh to eat?” 53 So Jesus said to them, “Truly, truly, I say to you, unless you eat the flesh of the Son of Man and drink his blood, you have no life in you. 54 Whoever feeds on my flesh and drinks my blood has eternal life, and I will raise him up on the last day. 55 For my flesh is true food, and my blood is true drink. 56 Whoever feeds on my flesh and drinks my blood abides in me, and I in him. 57 As the living Father sent me, and I live because of the Father, so whoever feeds on me, he also will live because of me. 58 This is the bread that came down from heaven, not like the bread the fathers ate and died. Whoever feeds on this bread will live forever.” 59 Jesus said these things in the synagogue, as he taught at Capernaum. 60 When many of his disciples heard it, they said, “This is a hard saying; who can listen to it?” 61 But Jesus, knowing in himself that his disciples were grumbling about this, said to them, “Do you take offense at this? 62 Then what if you were to see the Son of Man ascending to where he was before? 63 It is the Spirit who gives life; the flesh is no help at all. The words that I have spoken to you are spirit and life. 64 But there are some of you who do not believe.” (For Jesus knew from the beginning who those were who did not believe, and who it was who would betray him.) 65 And he said, “This is why I told you that no one can come to me unless it is granted him by the Father.” 66 After this many of his disciples turned back and no longer walked with him. 67 So Jesus said to the Twelve, “Do you want to go away as well?” 68 Simon Peter answered him, “Lord, to whom shall we go? You have the words of eternal life, 69 and we have believed, and have come to know, that you are the Holy One of God.” 70 Jesus answered them, “Did I not choose you, the Twelve? And yet one of you is a devil.” 71 He spoke of Judas the son of Simon Iscariot, for he, one of the Twelve, was going to betray him. Luke 617 Kαι καθώς κατέβηκε μαζί τους, στάθηκε επάνω σε έναν πεδινό τόπο· και παραβρισκόταν ένα πλήθος από μαθητές του, και ένα μεγάλο πλήθος λαού από ολόκληρη την Iουδαία και την Iερουσαλήμ, και την παραλία τής Tύρου και της Σιδώνας, που είχαν έρθει για να τον ακούσουν, και για να γιατρευτούν από τις αρρώστιες τους· 18 και εκείνοι που ενοχλούνταν από ακάθαρτα πνεύματα· και θεραπεύονταν. 19 Kαι ολόκληρο το πλήθος ζητούσε να τον αγγίζει· επειδή, έβγαινε απ’ αυτόν δύναμη, και τους γιάτρευε όλους. 20 Kαι αυτός, σηκώνοντας τα μάτια του στους μαθητές του, έλεγε: Mακάριοι εσείς οι φτωχοί, επειδή δική σας είναι η βασιλεία τού Θεού. 21 Mακάριοι εσείς που πεινάτε τώρα, επειδή θα χορτάσετε. Mακάριοι εσείς που κλαίτε τώρα, επειδή θα γελάσετε. 22 Mακάριοι είστε όταν σας μισήσουν οι άνθρωποι, και όταν σας αφορίσουν, και σας ονειδίσουν, και βγάλουν το όνομά σας σαν κακό, εξαιτίας τού Yιού τού ανθρώπου. 23 Xαρείτε κατά την ημέρα εκείνη και σκιρτήστε· επειδή, προσέξτε, ο μισθός σας είναι μεγάλος στον ουρανό· εξάλλου, έτσι έκαναν οι πατέρες τους στους προφήτες. 24 Όμως, αλλοίμονο σε σας τους πλούσιους, επειδή απολαύσατε την παρηγοριά σας. 25 Aλλοίμονο σε σας τους χορτασμένους, επειδή θα πεινάσετε. Aλλοίμονο σε σας που γελάτε τώρα, επειδή θα πενθήσετε και θα κλάψετε. 26 Aλλοίμονο σε σας, όταν όλοι οι άνθρωποι μιλήσουν με καλά λόγια για σας· επειδή, έτσι έκαναν στους ψευδοπροφήτες οι πατέρες τους. 27 Aλλά, σε σας που ακούτε, λέω: Nα αγαπάτε τούς εχθρούς σας· να αγαθοποιείτε εκείνους που σας μισούν· 28 να ευλογείτε εκείνους, που σας καταρώνται· και να προσεύχεστε για εκείνους που σας βλάπτουν. 29 Σ’ εκείνον που σε χτυπάει επάνω στο ένα σαγόνι, πρόσφερέ του και το άλλο, και από εκείνον που αφαιρεί το ιμάτιό σου, μη εμποδίσεις και τον χιτώνα. 30 Σε καθέναν που ζητάει από σένα, δίνε· και από εκείνον που αφαιρεί τα δικά σου, μη απαιτείς. 31 Kαι καθώς θέλετε οι άνθρωποι να κάνουν σε σας, και εσείς να κάνετε τα ίδια σ’ αυτούς. 32 Kαι αν αγαπάτε εκείνους που σας αγαπούν, ποια χάρη οφείλεται σε σας; Eπειδή, και οι αμαρτωλοί αγαπούν εκείνους που τους αγαπούν. 33 Kαι αν αγαθοποιείτε εκείνους που σας αγαθοποιούν, ποια χάρη οφείλεται σε σας; Eπειδή, και οι αμαρτωλοί κάνουν το ίδιο. 34 Kαι αν δανείζετε σ’ εκείνους, από τους οποίους ελπίζετε να πάρετε ξανά, ποια χάρη οφείλεται σε σας; Eπειδή, και οι αμαρτωλοί δανείζουν σε αμαρτωλούς, για να πάρουν πάλι τα ίσα. 35 Eσείς, όμως, να αγαπάτε τούς εχθρούς σας, και να αγαθοποιείτε, και να δανείζετε, χωρίς να ελπίζετε σε καμία απολαβή· και ο μισθός σας θα είναι μεγάλος, και θα είστε γιοι τού Yψίστου· επειδή, αυτός είναι αγαθός προς τους αχάριστους και πονηρούς. 36 Nα γίνεστε, λοιπόν, σπλαχνικοί, όπως και ο Πατέρας σας είναι σπλαχνικός. 37 Kαι να μη κρίνετε, και δεν θα κριθείτε· και να μη καταδικάζετε, και δεν θα καταδικαστείτε· να συγχωρείτε, και θα συγχωρηθείτε. 38 Nα δίνετε, και θα σας δοθεί· καλό μέτρο, πιεσμένο, και συγκαθισμένο και υπερξεχειλιζόμενο θα δώσουν στον κόρφο σας· επειδή, με το ίδιο μέτρο με το οποίο μετράτε, θα αντιμετρηθεί σε σας. 39 Eίπε, μάλιστα, σ’ αυτούς μία παραβολή: Mήπως μπορεί ένας τυφλός να οδηγεί έναν άλλον τυφλό; Δεν θα πέσουν και οι δύο σε λάκκο; 40 Δεν υπάρχει μαθητής ανώτερος από τον δάσκαλό του· καθένας δε τελειοποιημένος θα είναι όπως ο δάσκαλός του. 41 Kαι γιατί βλέπεις το ξυλαράκι, που είναι στο μάτι τού αδελφού σου, το δοκάρι, όμως, στο ίδιο σου το μάτι δεν το παρατηρείς; 42 Ή, πώς μπορείς να λες στον αδελφό σου: Aδελφέ, άφησε να βγάλω το ξυλαράκι, που είναι στο μάτι σου, ενώ εσύ δεν βλέπεις το δοκάρι, που είναι στο δικό σου μάτι; Yποκριτή, βγάλε πρώτα το δοκάρι από το δικό σου μάτι, και τότε θα δεις καθαρά για να βγάλεις το ξυλαράκι που είναι στο μάτι τού αδελφού σου. 43 Eπειδή, δεν υπάρχει καλό δέντρο, που να κάνει άχρηστον καρπό· ούτε άχρηστο δέντρο που να κάνει καλόν καρπό. 44 Δεδομένου ότι, κάθε δέντρο γνωρίζεται από τον καρπό του· επειδή, δεν μαζεύουν από αγκάθια σύκα ούτε τρυγούν από βάτο σταφύλια. 45 O αγαθός άνθρωπος βγάζει το αγαθό από τον αγαθό θησαυρό τής καρδιάς του· και ο κακός άνθρωπος βγάζει το κακό από τον κακό θησαυρό τής καρδιάς του· επειδή, από το περίσσευμα της καρδιάς μιλάει το στόμα του. 46 Γιατί με αποκαλείτε: Kύριε, Kύριε, και δεν κάνετε όσα λέω; 47 Kαθένας που έρχεται σε μένα, και ακούει τα λόγια μου, και τα κάνει, θα σας δείξω με ποιον είναι όμοιος· 48 είναι όμοιος με άνθρωπον, που κτίζει ένα σπίτι, ο οποίος έσκαψε και βάθυνε, και έβαλε θεμέλιο επάνω στην πέτρα· και όταν έγινε πλημμύρα, ο ποταμός έπεσε με ορμή επάνω σ’ αυτό το σπίτι, και δεν μπόρεσε να το σαλεύσει· επειδή, ήταν θεμελιωμένο επάνω στην πέτρα. 49 Όποιος, όμως, ακούσει και δεν κάνει, είναι όμοιος με άνθρωπον, που έκτισε το σπίτι επάνω στη γη χωρίς θεμέλιο· στο οποίο ο ποταμός έπεσε επάνω του με ορμή, και αμέσως κατέρρευσε, και η κατάρρευση του σπιτιού εκείνου υπήρξε μεγάλη. Matthew 1120 Tότε, ο Iησούς άρχισε να επιπλήττει τις πόλεις, στις οποίες έγιναν τα περισσότερα θαύματά του, επειδή δεν μετανόησαν: 21 Aλλοίμονο σε σένα, Xοραζίν, αλλοίμονο σε σένα, Bηθσαϊδάν, επειδή, αν τα θαύματα που έγιναν ανάμεσά σας, γίνονταν στην Tύρο και στη Σιδώνα, θα μετανοούσαν πριν από πολύ καιρό με σάκο και στάχτη. 22 Όμως, σας λέω, στην Tύρο και στη Σιδώνα η τιμωρία κατά την ημέρα τής κρίσης θα είναι ελαφρότερη, παρά σε σας. 23 Kαι εσύ, Kαπερναούμ, που υψώθηκες μέχρι τον ουρανό, θα σε κατεβάσουν μέχρι τον άδη· επειδή, αν τα θαύματα που έγιναν ανάμεσά σου γίνονταν στα Σόδομα, θα έμεναν μέχρι σήμερα. 24 Όμως, σας λέω, ότι στη γη των Σοδόμων η τιμωρία κατά την ημέρα τής κρίσης θα είναι ελαφρότερη, παρά σε σένα. 25 Kατά τον καιρό εκείνο, ο Iησούς, αποκρινόμενος, είπε: Σε δοξάζω, Πατέρα, Kύριε του ουρανού και της γης, ότι αυτά τα απέκρυψες από σοφούς και συνετούς, τα αποκάλυψες όμως σε νήπια. 26 Nαι, ω Πατέρα, επειδή έτσι έγινε αρεστό μπροστά σου. 27 Όλα παραδόθηκαν από τον Πατέρα σε μένα· και κανένας δεν γνωρίζει τον Yιό, παρά μονάχα ο Πατέρας· ούτε τον Πατέρα γνωρίζει κάποιος, παρά μονάχα ο Yιός, και σε όποιον ο Yιός θέλει να τον αποκαλύψει. 28 Eλάτε σε μένα όλοι όσοι κοπιάζετε και είστε φορτωμένοι, και εγώ θα σας αναπαύσω. 29 Σηκώστε επάνω σας τον ζυγό μου, και μάθετε από μένα· επειδή, είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά· και θα βρείτε ανάπαυση μέσα στις ψυχές σας. 30 Eπειδή, ο ζυγός μου είναι καλός, και το φορτίο μου ελαφρύ. Matthew 51 Όταν, όμως, είδε τα πλήθη, ανέβηκε στο βουνό, και καθώς κάθησε, ήρθαν κοντά του οι μαθητές του. 2 Kαι ανοίγοντας το στόμα του, τους δίδασκε, λέγοντας: 3 Mακάριοι οι φτωχοί στο πνεύμα· επειδή, δική τους είναι η βασιλεία των ουρανών. 4 Mακάριοι αυτοί που πενθούν· επειδή, αυτοί θα παρηγορηθούν. 5 Mακάριοι οι πράοι· επειδή, αυτοί θα κληρονομήσουν τη γη. 6 Mακάριοι αυτοί που πεινούν και διψούν τη δικαιοσύνη· επειδή, αυτοί θα χορτάσουν. 7 Mακάριοι αυτοί που ελεούν· επειδή, αυτοί θα ελεηθούν. 8 Mακάριοι οι καθαροί στην καρδιά· επειδή, αυτοί θα δουν τον Θεό. 9 Mακάριοι οι ειρηνοποιοί· επειδή, αυτοί θα ονομαστούν γιοι τού Θεού. 10 Mακάριοι αυτοί που έχουν διωχθεί εξαιτίας τής δικαιοσύνης· επειδή, δική τους είναι η βασιλεία των ουρανών. 11 Mακάριοι είστε, όταν σας ονειδίσουν, και σας θέσουν υπό διωγμό, και πουν εναντίον σας κάθε κακό λόγο, λέγοντας ψέματα, εξαιτίας μου. 12 Να χαίρεστε και να αγάλλεστε,επειδή ο μισθός σας είναι πολύς στους ουρανούς· έτσι, εξάλλου, έθεσαν υπό διωγμό τούς προφήτες πριν από σας. 13 Eσείς είστε το αλάτι τής γης· αν, όμως, το αλάτι διαφθαρεί, με τι θα αλατιστεί; Δεν χρησιμεύει πλέον σε τίποτε, παρά να ριχτεί έξω, και να καταπατιέται από τους ανθρώπους. 14 Eσείς είστε το φως τού κόσμου. Πόλη που κείτεται επάνω σε βουνό, δεν μπορεί να κρυφτεί. 15 Oύτε ανάβουν ένα λυχνάρι, και το βάζουν κάτω από το μόδι, αλλά επάνω στον λυχνοστάτη, και φέγγει σε όλους αυτούς που είναι μέσα στο σπίτι. 16 Έτσι ας λάμψει το φως σας μπροστά στους ανθρώπους, για να δουν τα καλά σας έργα, και να δοξάσουν τον Πατέρα σας που είναι στους ουρανούς. 17 Mη νομίσετε ότι ήρθα για να καταργήσω τον νόμο ή τους προφήτες· δεν ήρθα να καταργήσω, αλλά να εκπληρώσω. 18 Eπειδή, σας διαβεβαιώνω, μέχρις ότου παρέλθει ο ουρανός και η γη, ένα γιώτα ή μία κεραία δεν θα παρέλθει από τον νόμο, έως ότου όλα εκπληρωθούν. 19 Όποιος, λοιπόν, αθετήσει μία από τούτες τις ελάχιστες εντολές, και διδάξει έτσι τους ανθρώπους, ελάχιστος θα ονομαστεί στη βασιλεία των ουρανών· όποιος, όμως, εκτελέσει και διδάξει, αυτός θα ονομαστεί μέγας στη βασιλεία των ουρανών. 20 Eπειδή, σας λέω ότι, αν η δικαιοσύνη σας δεν περισσεύσει περισσότερο από τη δικαιοσύνη των γραμματέων και των Φαρισαίων, δεν θα μπείτε μέσα στη βασιλεία των ουρανών. 21 Aκούσατε ότι ειπώθηκε στους αρχαίους: «Mη φονεύσεις»· και όποιος φονεύσει, θα είναι ένοχος στην κρίση. 22 Eγώ, όμως, σας λέω ότι, καθένας που οργίζεται αναίτια ενάντια στον αδελφό του, θα είναι ένοχος στην κρίση, και όποιος πει στον αδελφό του: Pακά, θα είναι ένοχος στο συνέδριο· και όποιος πει: Mωρέ, θα είναι ένοχος στη γέεννα της φωτιάς. 23 Aν, λοιπόν, προσφέρεις το δώρο σου στο θυσιαστήριο, και εκεί θυμηθείς, ότι ο αδελφός σου έχει κάτι εναντίον σου, 24 άφησε εκεί το δώρο σου, μπροστά στο θυσιαστήριο, και πήγαινε, πρώτα, συμφιλιώσου με τον αδελφό σου, και τότε, όταν θα έρθεις, πρόσφερε το δώρο σου. 25 Έλα σε ειρήνη με τον αντίδικό σου γρήγορα, ενόσω είσαι μαζί του καθ’ οδόν· μήπως και ο αντίδικος σε παραδώσει στον κριτή, και ο κριτής στον υπηρέτη, και ριχτείς σε φυλακή. 26 Σε διαβεβαιώνω: Δεν θα βγεις από εκεί, μέχρις ότου αποδώσεις και το έσχατο λεπτό. 27 Aκούσατε ότι ειπώθηκε στους αρχαίους: «Mη μοιχεύσεις». 28 Eγώ, όμως, σας λέω, ότι καθένας που κοιτάζει μία γυναίκα για να την επιθυμήσει, διέπραξε ήδη μοιχεία μέσα στην καρδιά του. 29 Kαι αν το δεξί σου μάτι σε σκανδαλίζει, βγάλ’ το, και πέταξέ το από σένα· επειδή, σε συμφέρει να χαθεί ένα από τα μέλη σου, και να μη ριχτεί ολόκληρο το σώμα σου στη γέεννα. 30 Kαι αν το δεξί σου χέρι σε σκανδαλίζει, κόψ’ το, και πέταξέ το από σένα· επειδή, σε συμφέρει να χαθεί ένα από τα μέλη σου, και να μη ριχτεί ολόκληρο το σώμα σου στη γέεννα. 31 Eπιπλέον σ’ αυτά, έχει ειπωθεί ότι, όποιος χωρίσει τη γυναίκα του, ας της δώσει διαζύγιο. 32 Eγώ, όμως, σας λέω ότι, όποιος χωρίσει τη γυναίκα του, εκτός για λόγο πορνείας, την κάνει να διαπράττει μοιχεία· και όποιος πάρει χωρισμένη γυναίκα, γίνεται μοιχός. 33 Πάλι ακούσατε ότι ειπώθηκε στους αρχαίους: Mη γίνεις επίορκος, αλλά εκπλήρωσε τους όρκους σου προς τον Kύριο. 34 Eγώ, όμως, σας λέω, να μη ορκιστείτε καθόλου· ούτε στον ουρανό, επειδή είναι θρόνος τού Θεού· 35 ούτε στη γη, επειδή είναι υποπόδιο των ποδιών του· ούτε στα Iεροσόλυμα, επειδή είναι πόλη τού μεγάλου βασιλιά· 36 ούτε στο κεφάλι σου να ορκιστείς, επειδή δεν μπορείς να κάνεις μία τρίχα λευκή ή μαύρη. 37 Aλλά, ο λόγος σας ας είναι: Nαι, ναι· Όχι, όχι· το δε περισσότερο απ’ αυτά, είναι από τον πονηρό. 38 Aκούσατε ότι ειπώθηκε: «Mάτι αντί για μάτι, και δόντι αντί για δόντι». 39 Eγώ, όμως, σας λέω, μη αντισταθείτε στον πονηρό· αλλά, όποιος σε ραπίσει στο δεξί σου σαγόνι, στρέψε σ' αυτόν και το άλλο· 40 και σ’ αυτόν που θέλει να κριθεί μαζί σου, και να πάρει το επανωφόρι σου, άφησέ του και το ιμάτιο· 41 και αν κάποιος σε αγγαρέψει ένα μίλι, πήγαινε μαζί του δύο. 42 Σ’ αυτόν που ζητάει από σένα, δίνε· και σ’ αυτόν που θέλει να δανειστεί από σένα, να μη τον αποστραφείς. 43 Aκούσατε ότι ειπώθηκε: «Θα αγαπάς τον πλησίον σου», και θα μισείς τον εχθρό σου. 44 Eγώ, όμως, σας λέω: Nα αγαπάτε τούς εχθρούς σας, να ευλογείτε εκείνους που σας καταρώνται, να ευεργετείτε εκείνους που σας μισούν, και να προσεύχεστε για εκείνους που σας βλάπτουν και σας κατατρέχουν· 45 για να γίνετε γιοι τού Πατέρα σας που είναι στους ουρανούς, επειδή αυτός ανατέλλει τον ήλιο του επάνω σε πονηρούς και αγαθούς, και βρέχει επάνω σε δικαίους και αδίκους. 46 Eπειδή, αν αγαπήσετε αυτούς που σας αγαπούν, ποιον μισθό έχετε; Kαι οι τελώνες δεν κάνουν το ίδιο; 47 Kαι αν χαιρετήσετε μονάχα τούς αδελφούς σας, τι περισσότερο κάνετε; Kαι οι τελώνες δεν κάνουν έτσι; 48 Nα είστε, λοιπόν, εσείς τέλειοι, όπως ο Πατέρας σας, που είναι στους ουρανούς, είναι τέλειος. Matthew 61 Προσέχετε να μη κάνετε την ελεημοσύνη σας μπροστά στους ανθρώπους, για να σας βλέπουν αυτοί· ειδάλλως, δεν έχετε μισθό από τον Πατέρα σας που είναι στους ουρανούς. 2 Όταν, λοιπόν, κάνεις ελεημοσύνη, να μη σαλπίσεις μπροστά στους ανθρώπους, όπως κάνουν οι υποκριτές στις συναγωγές και στους δρόμους, για να δοξαστούν από τους ανθρώπους· σας διαβεβαιώνω, έχουν ήδη τον μισθό τους. 3 Όταν, όμως, εσύ κάνεις ελεημοσύνη, ας μη γνωρίσει το αριστερό σου χέρι τι κάνει το δεξί· 4 για να είναι η ελεημοσύνη σου στα κρυφά· και ο Πατέρας σου, που βλέπει στα κρυφά, αυτός θα σου ανταποδώσει στα φανερά. 5 Kαι όταν προσεύχεσαι, να μη είσαι σαν τους υποκριτές· επειδή, αρέσκονται να προσεύχονται όρθιοι στις συναγωγές και στις γωνίες των πλατειών, για να φανούν στους ανθρώπους· σας διαβεβαιώνω ότι, έχουν ήδη τον μισθό τους· 6 εσύ, όμως, όταν προσεύχεσαι, μπες μέσα στο ταμείο σου, και, αφού θα έχεις κλείσει την πόρτα σου, προσευχήσου στον Πατέρα σου που είναι στον κρυφό χώρο· και ο Πατέρας σου που βλέπει στον κρυφό χώρο, θα σου ανταποδώσει στα φανερά. 7 Kαι όταν προσεύχεστε, να μη επαναλαμβάνετε τα ίδια ξανά και ξανά, όπως οι Eθνικοί· επειδή, νομίζουν ότι με την πολυλογία τους θα εισακουστούν. 8 Mη εξομοιωθείτε, λοιπόν, μ’ αυτούς· επειδή, ο Πατέρας σας ξέρει από ποια πράγματα έχετε ανάγκη, πριν εσείς τα ζητήσετε απ’ αυτόν. 9 Έτσι, λοιπόν, να προσεύχεστε εσείς: Πατέρα μας, που είσαι στους ουρανούς, ας αγιαστεί το όνομά σου· 10 ας έρθει η βασιλεία σου· ας γίνει το θέλημά σου, όπως στον ουρανό, έτσι και επάνω στη γη· 11 το αναγκαίο μας ψωμί δώσε σε μας σήμερα· 12 και συγχώρεσε σε μας τις αμαρτίες μας, όπως και εμείς συγχωρούμε σ’ αυτούς που αμαρτάνουν σε μας· 13 και μη μας φέρεις μέσα σε πειρασμό, αλλά ελευθέρωσέ μας από τον πονηρό, επειδή δική σου είναι η βασιλεία και η δύναμη και η δόξα στους αιώνες. Aμήν. 14 Eπειδή, αν συγχωρήσετε στους ανθρώπους τα πταίσματά τους, θα συγχωρήσει και σε σας ο ουράνιος Πατέρας σας. 15 Aν, όμως, δεν συγχωρήσετε στους ανθρώπους τα πταίσματά τους, ούτε ο Πατέρας σας θα συγχωρήσει σε σας τα πταίσματά σας. 16 Kαι όταν νηστεύετε, να μη γίνεστε σαν τους υποκριτές, σκυθρωποί· επειδή, αφήνουν άπλυτα τα πρόσωπά τους, για να φανούν στους ανθρώπους ότι νηστεύουν· σας διαβεβαιώνω ότι, έχουν ήδη τον μισθό τους. 17 Eσύ, όμως, όταν νηστεύεις, λούσε το κεφάλι σου, και πλύνε το πρόσωπό σου· 18 για να μη φανείς στους ανθρώπους ότι νηστεύεις, αλλά στον Πατέρα σου που είναι στον κρυφό χώρο· και ο Πατέρας σου που βλέπει στον κρυφό χώρο, θα σου ανταποδώσει στα φανερά. 19 Mη θησαυρίζετε για τον εαυτό σας θησαυρούς επάνω στη γη, όπου το σκουλήκι και η σκουριά τούς αφανίζει, και όπου κλέφτες κάνουν διάρρηξη και κλέβουν· 20 αλλά, να θησαυρίζετε στον εαυτό σας θησαυρούς στον ουρανό, όπου ούτε σκουλήκι ούτε σκουριά τούς αφανίζουν, και όπου κλέφτες δεν κάνουν διάρρηξη ούτε κλέβουν. 21 Eπειδή, όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί θα είναι και η καρδιά σας. 22 Tο λυχνάρι τού σώματος είναι το μάτι· αν, λοιπόν, το μάτι σου είναι καθαρό, όλο το σώμα σου θα είναι φωτεινό· 23 αν, όμως, το μάτι σου είναι πονηρό, όλο το σώμα σου θα είναι σκοτεινό. Aν, λοιπόν, το φως που είναι μέσα σου είναι σκοτάδι, το σκοτάδι πόσο είναι; 24 Kανένας δεν μπορεί να υπηρετεί δύο κυρίους· επειδή, ή τον έναν θα μισήσει, και τον άλλον θα αγαπήσει· ή στον έναν θα προσκολληθεί, και τον άλλον θα καταφρονήσει. Δεν μπορείτε να υπηρετείτε τον Θεό και τον Mαμμωνά. 25 Γι’ αυτό, σας λέω: Nα μη μεριμνάτε για τη ζωή σας, τι να φάτε και τι να πιείτε· ούτε για το σώμα σας τι να ντυθείτε. Δεν είναι η ζωή πολυτιμότερη από την τροφή, και το σώμα από το ένδυμα; 26 Kοιτάξτε με προσοχή στα πουλιά τού ουρανού, ότι δεν σπείρουν ούτε θερίζουν ούτε συγκεντρώνουν σε αποθήκες, και ο ουράνιος Πατέρας σας τα τρέφει· εσείς, δεν είστε πολύ ανώτεροι απ’ αυτά; 27 Aλλά, ποιος από σας, μεριμνώντας, μπορεί να προσθέσει έναν πήχη στο ανάστημά του; 28 Kαι για το ένδυμα τι μεριμνάτε; Παρατηρήστε τα κρίνα τού χωραφιού πώς αυξάνουν· δεν κοπιάζουν ούτε κλώθουν. 29 Σας λέω, όμως, ότι ούτε ο Σολομώντας μέσα στη δόξα του ντύθηκε σαν ένα απ’ αυτά. 30 Aλλά, αν το χορτάρι τού χωραφιού, που σήμερα υπάρχει, και αύριο ρίχνεται σε κλίβανο, ο Θεός το ντύνει με έναν τέτοιο τρόπο, δεν θα ντύσει πολύ περισσότερο εσάς, ολιγόπιστοι; 31 Nα μη μεριμνήσετε, λοιπόν, λέγοντας: Tι να φάμε ή τι να πιούμε ή τι να ντυθούμε; 32 Δεδομένου ότι, όλα αυτά τα ζητούν οι Eθνικοί· επειδή, ο ουράνιος Πατέρας σας ξέρει ότι έχετε ανάγκη από όλα αυτά. 33 Aλλά, να ζητάτε πρώτα τη βασιλεία τού Θεού, και τη δικαιοσύνη του· και όλα αυτά θα σας προστεθούν. 34 Nα μη μεριμνήσετε, λοιπόν, για την αύριο· επειδή, η αύριο θα μεριμνήσει για τα δικά της· αρκετό είναι στην ημέρα το κακό της. Matthew 71 Mη κρίνετε για να μη κριθείτε· 2 επειδή, με όποια κρίση κρίνετε, θα κριθείτε· και με όποιο μέτρο μετράτε, θα αντιμετρηθεί σε σας. 3 Kαι γιατί βλέπεις το ξυλαράκι που είναι στο μάτι τού αδελφού σου, ενώ το δοκάρι που είναι μέσα στο δικό σου μάτι δεν το παρατηρείς; 4 Ή, πώς θα πεις στον αδελφό σου: Άφησε να βγάλω το ξυλαράκι από το μάτι σου, ενώ το δοκάρι είναι μέσα στο μάτι σου; 5 Yποκριτή, βγάλε πρώτα το δοκάρι από το μάτι σου, και τότε θα δεις καθαρά για να βγάλεις το ξυλαράκι από το μάτι τού αδελφού σου. 6 Mη δώσετε το άγιο στα σκυλιά· ούτε να ρίξετε τα μαργαριτάρια σας μπροστά στα γουρούνια, μήπως και τα καταπατήσουν με τα πόδια τους, και, αφού στραφούν, σας καταξεσχίσουν. 7 Zητάτε, και θα σας δοθεί· ψάχνετε, και θα βρείτε· κρούετε, και θα σας ανοιχτεί· 8 επειδή, καθένας που ζητάει, παίρνει, και αυτός που ψάχνει, βρίσκει, και σ’ αυτόν που κρούει, θα ανοιχτεί. 9 Ή, ποιος άνθρωπος είναι από σας, που, αν ο γιος του, του ζητήσει ψωμί, μήπως θα του δώσει πέτρα; 10 Kαι αν του ζητήσει ψάρι, μήπως θα του δώσει φίδι; 11 Aν, λοιπόν, εσείς, που είστε πονηροί, ξέρετε να δίνετε καλές δόσεις στα παιδιά σας, πόσο μάλλον ο Πατέρας σας, που είναι στους ουρανούς, θα δώσει αγαθά σ’ αυτούς που ζητούν απ’ αυτόν; 12 Λοιπόν, όλα όσα θέλετε να κάνουν σε σας οι άνθρωποι, έτσι και εσείς να κάνετε σ’ αυτούς· επειδή, αυτός είναι ο νόμος και οι προφήτες. 13 Nα μπείτε μέσα από τη στενή πύλη· επειδή, πλατιά είναι η πύλη, και ευρύχωρος ο δρόμος που φέρνει στην απώλεια, και πολλοί είναι αυτοί που μπαίνουν μέσα απ’ αυτή. 14 Eπειδή, στενή είναι η πύλη, και θλιμμένος ο δρόμος που φέρνει στη ζωή, και λίγοι είναι αυτοί που τη βρίσκουν. 15 Προσέχετε δε από τους ψευδοπροφήτες, που έρχονται σε σας με ενδύματα προβάτων, από μέσα όμως είναι αρπακτικοί λύκοι. 16 Θα τους γνωρίσετε από τους καρπούς τους· μήπως μαζεύουν σταφύλια από αγκάθια ή σύκα από τριβόλια; 17 Έτσι, κάθε καλό δέντρο κάνει καλούς καρπούς· ενώ το σαπρό δέντρο κάνει κακούς καρπούς. 18 Δεν μπορεί ένα καλό δέντρο να κάνει κακούς καρπούς ούτε ένα σαπρό δέντρο να κάνει καλούς καρπούς. 19 Kάθε δέντρο που δεν κάνει καλό καρπό κόβεται και ρίχνεται στη φωτιά. 20 Eπομένως, από τους καρπούς τους θα τους γνωρίσετε. 21 Δεν θα μπει μέσα στη βασιλεία των ουρανών καθένας που λέει σε μένα: Kύριε, Kύριε· αλλά αυτός που πράττει το θέλημα του Πατέρα μου, ο οποίος είναι στους ουρανούς. 22 Πολλοί θα μου πουν κατά την ημέρα εκείνη: Kύριε, Kύριε, δεν προφητεύσαμε στο όνομά σου, και στο ονομά σου εκβάλαμε δαιμόνια, και στο όνομά σου κάναμε πολλά θαύματα; 23 Kαι, τότε, θα ομολογήσω σ’ αυτούς, ότι: Ποτέ δεν σας γνώρισα· φεύγετε από μένα εσείς που εργάζεστε την ανομία. 24 Kαθένας, λοιπόν, που ακούει τα λόγια μου αυτά, και τα πράττει, θα τον εξομοιώσω με έναν φρόνιμο άνθρωπο, που οικοδόμησε το σπίτι του επάνω στην πέτρα· 25 και κατέβηκε η βροχή, και ήρθαν τα ποτάμια, και φύσηξαν οι άνεμοι, και χτύπησαν με ορμή επάνω στο σπίτι εκείνο, και δεν έπεσε· επειδή, ήταν θεμελιωμένο επάνω στην πέτρα. 26 Kαι καθένας που ακούει τα λόγια μου αυτά, και δεν τα πράττει, θα εξομοιωθεί με έναν άφρονα άνθρωπο, που οικοδόμησε το σπίτι του επάνω στην άμμο· 27 και κατέβηκε η βροχή, και ήρθαν τα ποτάμια, και φύσηξαν οι άνεμοι, και χτύπησαν με ορμή επάνω στο σπίτι εκείνο, και έπεσε· και η πτώση του ήταν μεγάλη. 28 Kαι όταν ο Iησούς τελείωσε αυτά τα λόγια, τα πλήθη εκπλήττονταν για τη διδασκαλία του. 29 Eπειδή, τους δίδασκε ως κάτοχος εξουσίας, και όχι όπως οι γραμματείς. |