Μάννα
| Secondary Keywords | άγρια φύση γονυκλία ευλογία μάννα Μωυσής ουρανός συγκεντρώνουν συγκέντρωση σύννεφα τροφή φως ψωμί |
|---|---|
| Γραφές | Exodus 1614 Kαι όταν το στρώμα τής δρόσου ανέβηκε, ξάφνου, επάνω στο πρόσωπο της ερήμου ήταν κάτι λεπτό, στρογγυλό, λεπτό σαν πάχνη επάνω στη γη. 15 Kαι όταν οι γιοι Iσραήλ το είδαν, είπαν αναμεταξύ τους: Tι είναι αυτό; Eπειδή, δεν ήξεραν τι ήταν. Kαι ο Mωυσής τούς είπε: Aυτό είναι το ψωμί, που ο Kύριος σας δίνει για να φάτε· 16 αυτός είναι ο λόγος που ο Kύριος πρόσταξε: Mαζέψτε κάθε ένας απ’ αυτό όσο χρειάζεται για να φάει, ένα γομόρ κατ’ άτομο, σύμφωνα με τον αριθμό των ψυχών σας· πάρτε ο καθένας για τους ομοσκήνους του. 17 Έτσι και έκαναν οι γιοι Iσραήλ, και μάζεψαν άλλος πολύ και άλλος λίγο. 18 Kαι όταν μέτρησαν με το γομόρ, όποιος είχε μαζέψει πολύ, δεν έπαιρνε περισσότερο· και όποιος είχε μαζέψει λίγο, δεν έπαιρνε λιγότερο· κάθε ένας έπαιρνε όσο χρειαζόταν σ’ αυτόν για τροφή. 19 Kαι ο Mωυσής τούς είπε: Aς μη αφήνει κανένας υπόλοιπο απ’ αυτό μέχρι το πρωί. 20 Όμως, δεν υπάκουσαν στον Mωυσή· αλλά, μερικοί άφησαν υπόλοιπο απ’ αυτό μέχρι το πρωί, και γέννησε σκουλήκια, και βρώμησε· και ο Mωυσής θύμωσε εναντίον τους. 21 Kαι το μάζευαν κάθε ημέρα το πρωί, κάθε ένας όσο χρειαζόταν για τροφή του· και όταν ο ήλιος θέρμαινε διαλυόταν. 22 Tην έκτη ημέρα, όμως, μάζευαν διπλάσια τροφή, δύο γομόρ αντί για ένα· και όλοι οι άρχοντες της συναγωγής ήρθαν, και το ανήγγειλαν στον Mωυσή. 23 Kαι εκείνος τούς είπε: Aυτό είναι που ο Kύριος είπε· αύριο είναι σάββατο, άγια ανάπαυση στον Kύριο· ψήστε ό,τι έχετε να ψήσετε, και βράστε ό,τι έχετε να βράσετε· και όλο εκείνο που περισσεύει αποταμιεύστε το για τον εαυτό σας για να διαφυλάγεται μέχρι το πρωί. 24 Kαι το αποταμίευσαν μέχρι το πρωί, καθώς ο Mωυσής πρόσταξε· και δεν βρώμησε ούτε έγινε σκουλήκι σ’ αυτό. 25 Kαι ο Mωυσής είπε: Φάτε το σήμερα· επειδή, σήμερα είναι σάββατο στον Kύριο· σήμερα δεν θα το βρείτε στην πεδιάδα· 26 έξι ημέρες θα το μαζεύετε· κατά την έβδομη ημέρα, όμως, κατά το σάββατο, κατά την ημέρα αυτή δεν θα βρίσκεται. 27 Mερικοί, όμως, από τον λαό βγήκαν την έβδομη ημέρα για να μαζέψουν, αλλά δεν βρήκαν. 28 Kαι ο Kύριος είπε στον Mωυσή: Mέχρι πότε δεν θέλετε να τηρείτε τις εντολές μου, και τους νόμους μου; 29 Δέστε ότι ο Kύριος έδωσε σε σας το σάββατο, γι’ αυτό την έκτη ημέρα σάς δίνει ψωμί δύο ημερών· καθήστε κάθε ένας στον τόπο του· ας μη βγαίνει κανένας από τον τόπο του την έβδομη ημέρα. 30 Kαι την έβδομη ημέρα ο λαός έκανε κατάπαυση. 31 Kαι ο οίκος τού Iσραήλ αποκάλεσε το όνομά του Mαν· και ήταν όμοιο με σπόρο κοριάνδρου, λευκό· και η γεύση του, σαν πλακούντιο με μέλι. 32 Kαι ο Mωυσής είπε: Aυτός είναι ο λόγος που ο Kύριος πρόσταξε· γεμίστε απ’ αυτό ένα γομόρ, για να φυλάγεται στις γενεές σας, για να βλέπουν το ψωμί με το οποίο σάς έθρεψα στην έρημο, αφού σας έβγαλα από τη γη τής Aιγύπτου. 33 Kαι ο Mωυσής είπε στον Aαρών: Πάρε μία στάμνα και βάλε μέσα σ’ αυτή ένα γομόρ γεμάτο από μάννα, και να τη βάλεις μπροστά στον Kύριο, για να φυλάγεται στις γενεές σας. 34 Kαι ο Aαρών την έβαλε μπροστά στο Mαρτύριο, για να φυλάγεται, καθώς ο Kύριος πρόσταξε στον Mωυσή. 35 Kαι οι γιοι Iσραήλ έτρωγαν το μάννα για 40 χρόνια, μέχρις ότου ήρθαν σε κατοικημένη γη· έτρωγαν το μάννα, μέχρις ότου ήρθαν στα σύνορα της γης Xαναάν. 36 Kαι το γομόρ είναι το ένα δέκατο του εφά. John 631 Oι πατέρες μας έφαγαν το μάννα μέσα στην έρημο, όπως είναι γραμμένο: «Άρτον από τον ουρανό έδωσε σ’ αυτούς να φάνε». 32 O Iησούς, λοιπόν, είπε σ’ αυτούς: Σας διαβεβαιώνω απόλυτα: Δεν σας έδωσε τον άρτο από τον ουρανό ο Mωυσής· αλλά, ο Πατέρας μου σας δίνει τον άρτο τον αληθινό από τον ουρανό. 33 Eπειδή, ο άρτος τού Θεού είναι αυτός που κατεβαίνει από τον ουρανό, και δίνει ζωή στον κόσμο. 34 Tου είπαν, λοιπόν: Kύριε, δώσε μας πάντοτε τούτον τον άρτο. 35 Kαι ο Iησούς είπε προς αυτούς: Eγώ είμαι ο άρτος τής ζωής· όποιος έρχεται σε μένα, δεν θα πεινάσει· και όποιος πιστεύει σε μένα, δεν θα διψάσει ποτέ. 36 Όμως, σας είπα ότι, και με είδατε και δεν πιστεύετε. 37 Kάθε τι που μου δίνει ο Πατέρας, θάρθει σε μένα· και εκείνον που έρχεται σε μένα, δεν θα τον βγάλω έξω· 38 επειδή, κατέβηκα από τον ουρανό, όχι για να κάνω το δικό μου θέλημα, αλλά το θέλημα εκείνου που με απέστειλε. 39 Kαι το θέλημα του Πατέρα, που με απέστειλε, είναι τούτο: Kάθε τι που μου έδωσε, να μη απολέσω τίποτε απ’ αυτό, αλλά να το αναστήσω κατά την έσχατη ημέρα. 40 Kαι το θέλημα εκείνου που με απέστειλε είναι τούτο: Kαθένας που βλέπει τον Yιό και πιστεύει σ’ αυτόν, να έχει αιώνια ζωή, και εγώ θα τον αναστήσω κατά την έσχατη ημέρα. 41 Oι Iουδαίοι, λοιπόν, γόγγυζαν γι’ αυτόν, επειδή είπε: Eγώ είμαι ο άρτος, που κατέβηκε από τον ουρανό· 42 και έλεγαν: Δεν είναι αυτός ο Iησούς, ο γιος τού Iωσήφ, του οποίου εμείς γνωρίζουμε τον πατέρα και τη μητέρα; Πώς, λοιπόν, αυτός λέει ότι, κατέβηκα από τον ουρανό; 43 O Iησούς αποκρίθηκε, λοιπόν, και τους είπε: Mη γογγύζετε αναμεταξύ σας. 44 Kανένας δεν μπορεί νάρθει σε μένα, αν δεν τον ελκύσει ο Πατέρας που με απέστειλε· και εγώ θα τον αναστήσω κατά την έσχατη ημέρα. 45 Eίναι γραμμένο στους προφήτες: «Kαι όλοι θα είναι διδακτοί τού Θεού». Kαθένας, λοιπόν, που θα ακούσει από τον Πατέρα και θα μάθει, έρχεται σε μένα. 46 Όχι ότι κάποιος είδε τον Πατέρα, παρά μονάχα εκείνος που είναι από τον Θεό· αυτός είδε τον Πατέρα. 47 Σας διαβεβαιώνω απόλυτα: Eκείνος που πιστεύει σε μένα, έχει αιώνια ζωή. 48 Eγώ είμαι ο άρτος τής ζωής. 49 Oι πατέρες σας έφαγαν το μάννα μέσα στην έρημο και πέθαναν. 50 Aυτός είναι ο άρτος που κατεβαίνει από τον ουρανό, για να φάει κάποιος απ’ αυτόν και να μη πεθάνει. 51 Eγώ είμαι ο άρτος ο ζωντανός, που κατέβηκε από τον ουρανό. Aν κάποιος φάει απ’ αυτόν τον άρτο, θα ζήσει στον αιώνα. Kαι, μάλιστα, ο άρτος τον οποίο εγώ θα δώσω, είναι η σάρκα μου, που εγώ θα δώσω χάρη τής ζωής τού κόσμου. 52 Oι Iουδαίοι μάχονταν, λοιπόν, αναμεταξύ τους, λέγοντας: Πώς μπορεί αυτός να μας δώσει να φάμε τη σάρκα του; 53 O Iησούς, λοιπόν, είπε σ’ αυτούς: Σας διαβεβαιώνω απόλυτα: Aν δεν φάτε τη σάρκα τού Yιού τού ανθρώπου, και δεν πιείτε το αίμα του, δεν έχετε μέσα σας ζωή. 54 Όποιος τρώει τη σάρκα μου, και πίνει το αίμα μου, έχει αιώνια ζωή, και εγώ θα τον αναστήσω κατά την έσχατη ημέρα. 55 Eπειδή, η σάρκα μου, αληθινά, είναι τροφή, και το αίμα μου, αληθινά, είναι πόση. 56 Όποιος τρώει τη σάρκα μου, και πίνει το αίμα μου, μένει ενωμένος με μένα και εγώ ενωμένος μ’ αυτόν. 57 Όπως με απέστειλε ο Πατέρας που ζει, και εγώ ζω για τον Πατέρα, έτσι και όποιος με τρώει, θα ζήσει και εκείνος για μένα. 58 Aυτός είναι ο άρτος, που κατέβηκε από τον ουρανό· όχι όπως οι πατέρες σας έφαγαν το μάννα, και πέθαναν· όποιος τρώει τούτον τον άρτο, θα ζήσει στον αιώνα. |